Από τον Tomasz Konicz / 24 Μαΐου 2022
Γιατί δεν θα υπάρξει σταθερή μεταπολεμική τάξη μετά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία.
Είναι αυτό το μεγάλο; Είναι αυτό το μεγάλο κραχ, που θα ανατρέψει όλα όσα έχουν καθιερωθεί, όσον αφορά τις παγκόσμιες δομές και τις δυναμικές από το ρήγμα του νεοφιλελευθερισμού κατά τη δεκαετία του 1980; Ο πόλεμος στην Ουκρανία θα μπορούσε επί του πρακτέου να θεωρηθεί εκ των υστέρων ως μια ρήξη εποχής, ένα σημείο καμπής στη διαδικασία της παγκόσμιας κρίσης, ένα σημείο στο οποίο το προβληματικό παγκόσμιο σύστημα του ύστερου καπιταλισμού μετατράπηκε σε μια ποιότητα κρίσης.
Το γεγονός ότι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται σε μια σοβαρή συστημική κρίση, 1 είναι πλέον γενικά αποδεκτό, ακόμη και εντός της γερμανικής αριστεράς, μετά από δεκαετίες άγνοιας και περιθωριοποίησης 2 της θεωρίας της κρίσης της κριτικής αξίας. Ωστόσο, η φύση αυτής της διαδικασίας κρίσης φαίνεται να μην έχει ακόμη εξεταστεί επαρκώς. Γιατί η συστημική κρίση του ύστερου καπιταλισμού δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, όχι απλώς μια “μεγάλη κρίση”, αλλά μια ιστορική διαδικασία, που εκτυλίσσεται σε κύματα κατά τη διάρκεια δεκαετιών, εξαπλούμενη από την περιφέρεια στα κέντρα του παγκόσμιου συστήματος. Οι κρίσεις χρέους του Τρίτου Κόσμου, οι οποίες εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1980 στην αρχή της πλέον καταρρέουσας νεοφιλελεύθερης εποχής και άφησαν πίσω τους μια σειρά από εμφύλιους πολέμους και “αποτυχημένα κράτη”, έχουν προ πολλού πλήξει τα κέντρα του παγκόσμιου συστήματος. Αυτό είναι εμφανές, για παράδειγμα, στις αυξανόμενες στασιμοπληθωριστικές τάσεις, που θυμίζουν την στασιμοπληθωριστική περίοδο της δεκαετίας του 1970 – η οποία εκείνη την εποχή άνοιξε το δρόμο για την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. 3
Η συστημική κρίση δεν είναι επομένως μια “μεγάλη κλιμακωτή αναρρίχιση”, 4 αλλά μια ιστορική διαδικασία, που εκτυλίσσεται σε στάδια, που χαρακτηρίζεται από τις αυξανόμενες εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις του κεφαλαίου, το οποίο, λόγω της εξορθολογιστικής διαδικασίας, που προκαλείται από τον ανταγωνισμό, απαλλάσσεται από την ίδια του την ουσία -την εργασία, που δημιουργεί αξία στην εμπορευματική παραγωγή- αφήνοντας πίσω του τόσο μια οικονομικά περιττή ανθρωπότητα 5 όσο και έναν οικολογικά κατεστραμμένο κόσμο. 6 Αυτή η ιστορική διαδικασία κρίσης, η οποία οδήγησε στο νεοφιλελευθερισμό ως σύστημα καθυστέρησης της κρίσης, χαρακτηρίζεται από φάσεις λανθάνουσας κατάστασης, που διακόπτονται από εμφανείς εξάρσεις κρίσης στα κέντρα: όπως η φούσκα των dot-com κατά το 2000, η φούσκα των ακινήτων και στεγαστικών δανείων κατά το 2008, η κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία κατά το 2020, και οι αναταραχές που ξεκινούν τώρα με τον πόλεμο.
Η Διαλεκτική της Κρίσης
Οι ολοένα και πιο έντονες κρίσεις, στις οποίες εκδηλώνεται η κρίση, προηγούνται έτσι από μια μακρά λανθάνουσα φάση, στην οποία συσσωρεύεται το δυναμικό κρίσης, που προκύπτει από την αυτοαντίφαση του κεφαλαίου, κυρίως με τη μορφή αυξανόμενων βουνών χρέους ή με φούσκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, 7 που επιτρέπουν στο υπερπαραγωγικό σύστημα ένα είδος ψευδαισθησιακής ζωής, που μοιάζει με ζόμπι μέσω της ζήτησης, που χρηματοδοτείται από πιστώσεις. 8 Και ακριβώς αυτή η πανύψηλη κατασκευή χρέους φτάνει στα εσωτερικά της όρια λόγω της τρέχουσας δυναμικής του πληθωρισμού. 9 Η ποσοτική διαδικασία, η συσσώρευση χρέους και η άνοδος των κερδοσκοπικών φουσκών οδηγεί, αφού περάσει ένα σημείο καμπής, σε μια ποιοτική αναταραχή, στο ξέσπασμα μιας κρίσης χρέους ή στο σκάσιμο μιας φούσκας χρέους, η οποία στη συνέχεια γίνεται δημόσια αντιληπτή και ως “κρίση”.
Η ίδια η υλιστική διαλεκτική των ποσοτικών αλλαγών, που μετασχηματίζονται σε μια νέα ποιότητα, μπορεί επίσης να παρατηρηθεί στην καπιταλιστική 10 κλιματική κρίση. 11 Εδώ, η ποσοτική αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, μόλις ξεπεραστούν ορισμένα σημεία καμπής, οδηγεί σε μια θεμελιώδη, ποιοτική αλλαγή στο κλιματικό σύστημα. (Παρεμπιπτόντως, οι επιπτώσεις της εξοικείωσης μεταξύ οικονομικών ή οικολογικών κρίσεων ενίσχυσαν επίσης την άγνοια της κρίσης, καθώς οι συνέπειες μιας κρίσης στα κέντρα ή την περιφέρεια πολύ γρήγορα καθιζάνουν σε μια νέα “κανονικότητα” στην ανιστορική δημόσια σφαίρα.)
Η νεοφιλελεύθερη παραλλαγή του καπιταλισμού, που καθοδηγείται από τη χρηματοπιστωτική αγορά, η οποία επικράτησε κατά τη δεκαετία του 1970 ως απάντηση στο στασιμοπληθωρισμό και το τέλος της μεγάλης μεταπολεμικής άνθησης, έχει, κατά μία έννοια, λειτουργήσει τον καπιταλισμό “με πίστωση” τόσο από οικονομικής όσο και από οικολογικής άποψης. Από τη δεκαετία του 1980, το παγκόσμιο χρέος αυξάνεται ταχύτερα από την παγκόσμια οικονομική παραγωγή, οδηγώντας σε ολοένα και πιο σοβαρή αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές με τη μορφή κερδοσκοπικών φουσκών και κρίσεων χρέους. Οικολογικά, η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση συνοδεύεται επίσης από σταθερά αυξανόμενες εκπομπές CO2, οι οποίες μέχρι στιγμής έχουν μειωθεί μόνο βραχυπρόθεσμα με κόστος τις οικονομικές κρίσεις. Και ακριβώς αυτές οι αυξανόμενες κλιματικές και οικονομικές διαταραχές καθιστούν το σύστημα, στη νεοφιλελεύθερη μορφή του, όλο και πιο ασταθές.
Η νεοφιλελεύθερη χρέωση, που αποτελεί τη βάση αυτής της εποχής, δε μπορεί να συνεχιστεί επ‘ αόριστον. Το ίδιο ισχύει και για την παγκόσμια μηχανή καύσης, που τροφοδοτείται από ορυκτά καύσιμα, 12 που παράγεται από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση -η οποία επί του πρακτέου είναι μια παγκοσμιοποίηση της δυναμικής του χρέους μέσω κύκλων ελλειμμάτων. Η ποσοτική αύξηση του δυναμικού κρίσης, η οποία έχει οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο βουνό χρέους 356% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής, 13 και σε συγκέντρωση CO2 419,82 ppm14, ωθεί τον καπιταλισμό στα εσωτερικά και εξωτερικά του όρια, ή τουλάχιστον στα αναπτυξιακά όρια της νεοφιλελεύθερης εποχής του κεφαλαίου. Μια ποιοτική μετατόπιση σε μια διαφορετική μορφή καπιταλιστικής διαχείρισης κρίσεων φαίνεται αναπόφευκτη (η υπέρβαση της οικονομικής και οικολογικής κρίσης του κεφαλαίου είναι αδύνατη στο πλαίσιο του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού).
Αυτή η διαλεκτική μετατόπιση από την ποσότητα στην ποιότητα λαμβάνει χώρα ιδιαίτερα σε σχέση με τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, η οποία φαίνεται να μετατρέπεται στο αντίθετό της. Ακριβώς, εδώ, γίνονται σαφώς εμφανή τα περιγράμματα μιας νέας φάσης κρίσης, που χαρακτηρίζεται από έναν “κατακερματισμό της παγκόσμιας οικονομίας σε γεωπολιτικά μπλοκ”, που θα χρησιμοποιούσαν επίσης “διαφορετικά εμπορικά και τεχνολογικά πρότυπα, συστήματα πληρωμών και συναλλαγματικά αποθέματα”, όπως προειδοποίησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε άρθρο του κατά τον Απρίλιο του 2022. 15 Ήδη, από τα μέσα Μαρτίου, το ΔΝΤ περιέγραψε τον πόλεμο ως ένα “σοβαρό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία”, που όχι μόνο θα “αλλοίωνε ριζικά την παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική τάξη”, αλλά θα ενείχε επίσης τον κίνδυνο αυξημένης αστάθειας σε περιφερειακές περιοχές όπως η Αφρική και η Λατινική Αμερική, οι οποίες θα επηρεάζονταν από την αυξανόμενη επισιτιστική ανασφάλεια. 16
Αποπαγκοσμιοποίηση
Οι κυρώσεις, που επιβλήθηκαν προς απάντηση στον πόλεμο, διαταράσσουν βασικές παγκόσμιες εμπορικές ροές και οδηγούν σε ραγδαίες αυξήσεις τιμών όχι μόνο για την ενέργεια αλλά και για τα τρόφιμα, καθώς η Ρωσία, η Λευκορωσία και η Ουκρανία είναι από τους κορυφαίους εξαγωγείς σιτηρών και λιπασμάτων στον κόσμο. 17 Για βασικά αγαθά, όπως τα τρόφιμα και τα ορυκτά καύσιμα, η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Οι δυτικές κυρώσεις στα ρωσικά και λευκορωσικά λιπάσματα είναι πιθανό να μειώσουν την αγροτική παραγωγή σε πολλές χώρες. 18
Ωστόσο, δεν είναι μόνο το ιμπεριαλιστικό μέτωπο μεταξύ ανατολής και δύσης στον πόλεμο της Ουκρανίας, που συμβάλλει στην έκρηξη των τιμών -ακόμη και οι μη εμπλεκόμενες χώρες καταφεύγουν εδώ και καιρό σε προστατευτικά μέτρα, για να διασφαλίσουν την επισιτιστική ασφάλεια και την εγχώρια σταθερότητα. Λόγω των μαζικά αυξανόμενων τιμών και των επικείμενων ελλείψεων εφοδιασμού, η Ινδονησία, για παράδειγμα, επέβαλε απαγόρευση εξαγωγών φοινικέλαιου, η οποία επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση εφοδιασμού, ιδίως στον Παγκόσμιο Νότο, καθώς ο πόλεμος είχε ήδη προκαλέσει την κατάρρευση των εξαγωγών ηλιέλαιου της Ουκρανίας. 19 Η Ινδία ενήργησε παρόμοια με την πρόσφατα επιβληθείσα απαγόρευση εξαγωγών σιταριού. 20
Ο πληθωρισμός και οι ελλείψεις στην προσφορά, που υπήρχαν ήδη πριν από τον πόλεμο λόγω των μέτρων ελέγχου της πανδημίας, κερδίζουν τώρα δυναμική στο πλαίσιο της ταχέως εξελισσόμενης αποπαγκοσμιοποίησης. Αλλά αυτή η μεγάλη αναταραχή, η οποία συγκλονίζει τις παγκόσμιες ροές αγαθών και χρηματιστικής, δεν προέκυψε ξαφνικά. Οι προσπάθειες αναθεώρησης της παγκοσμιοποίησης ήταν έντονες εδώ και χρόνια, κυρίως στη μορφή του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, όπως κανένας άλλος, προσωποποιεί τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Ο Τραμπ εξελέγη από τμήματα της φτωχής μεσαίας τάξης των ΗΠΑ και έκανε εκστρατεία με την πλατφόρμα να κάνει την αποβιομηχανοποιημένη Αμερική, που μαστίζεται από ένα γιγαντιαίο εμπορικό έλλειμμα, ξανά “μεγάλη” -με την όρθωση εμπορικών φραγμών. Ο στόχος του προστατευτισμού του Τραμπ: ο επανεκβιομηχανισμός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η δυναμική του χρέους που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης χρηματιστικοποίησης, η οποία ξεκίνησε μετά το τέλος της μεγάλης φορντιστικής μεταπολεμικής άνθησης και οδήγησε όλο και περισσότερο στο παγκόσμιο σύστημα που λειτουργεί με δανεικά χρήματα, 21 δεν αναπτύχθηκε ομοιόμορφα. Περιοχές με μεγάλα ελλείμματα, όπως οι ΗΠΑ ή η Νότια Ευρώπη, έρχονταν σε αντίθεση με χώρες με μεγάλα πλεονάσματα εξαγωγών. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία ελλειμματικών κύκλων, οι οποίοι απέκτησαν αυξανόμενο βάρος κατά τη διάρκεια της παγκοσμιοποίησης και διαμόρφωσαν την πορεία των κρίσεων στις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα (φούσκα ακινήτων, κρίση του ευρώ). Επομένως, η παγκοσμιοποίηση δεν είναι σαφώς η αιτία της διαδικασίας της καπιταλιστικής κρίσης με τις στρεβλώσεις της, όπως οι φούσκες των χρηματοπιστωτικών αγορών και οι κρίσεις χρέους, αλλά μάλλον η ιστορική της μορφή.
Ο μεγαλύτερος ειρηνικός ελλειμματικός κύκλος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας χαρακτηρίστηκε από το γεγονός ότι η Λαϊκή Δημοκρατία, η οποία ανήλθε στο νέο “εργαστήριο του κόσμου”, εξήγαγε γιγάντιες ποσότητες αγαθών σε όλο τον Ειρηνικό, στις αποβιομηχανοποιούμενες Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργώντας έτσι τεράστια εμπορικά πλεονάσματα. Στην αντίθετη κατεύθυνση, μια ροή χρηματαγοράς ομολόγων των ΗΠΑ έρεε, καθιστώντας την Κίνα τον μεγαλύτερο ξένο πιστωτή της Ουάσινγκτον. 22 Ένας παρόμοιος, μικρότερος ελλειμματικός κύκλος ελλείμματος μεταξύ της Γερμανίας και της νότιας περιφέρειας της Ευρωζώνης κατά την περίοδο από την εισαγωγή του ευρώ έως την κρίση του ευρώ. 23
Επομένως, η παγκοσμιοποίηση δε χαρακτηρίστηκε μόνο από την ανάπτυξη παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού. Συνίστατο επίσης σε μια αντίστοιχη παγκοσμιοποίηση της δυναμικής του χρέους, που πραγματοποιήθηκε μέσω ελλειμματικών κύκλων. Όπως αναφέρθηκε, αυτή η παγκοσμιοποίηση αυξήθηκε ταχύτερα από την παγκόσμια οικονομική παραγωγή κατά τις τελευταίες δεκαετίες -και κατά συνέπεια λειτούργησε ως σημαντική κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης δημιουργώντας ζήτηση χρηματοδοτούμενη από πιστώσεις. Η παγκοσμιοποίηση, η οποία προκάλεσε αυτές τις γιγάντιες παγκόσμιες ανισορροπίες, ήταν μια συστημική αντίδραση, μια φυγή από τις αυξανόμενες εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος ασφυκτιά κάτω από την ίδια την αύξηση της παραγωγικότητάς του.
Αυτό που εκτυλίσσεται τώρα παγκοσμίψς, θα μπορούσε να παρατηρηθεί στα πρώτα στάδιά του κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ: Όσο αυξάνονται τα βουνά του χρέους και οι φούσκες των χρηματοπιστωτικών αγορών συνεχίζουν να διογκώνονται, όλα τα συμμετέχοντα κράτη φαίνεται να επωφελούνται από αυτήν την ανάπτυξη, που τροφοδοτείται από το χρέος. Αλλά μόλις σκάσουν οι φούσκες, ξεκινά η μάχη για το ποιος θα επωμιστεί το κόστος της κρίσης. Στην Ευρώπη, το Βερολίνο χρησιμοποίησε την κρίση, για να μετατοπίσει το βάρος αυτού του κόστους στη νότια Ευρώπη με τη μορφή των διαβόητων μέτρων λιτότητας, που επέβαλε ο υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε. Τώρα, σε παγκόσμια κλίμακα, η κατάρρευση της πολύ μεγαλύτερης οικονομίας με έλλειμμα, που χρηματοδοτείται από το χρέος, η οποία έχει διατηρηθεί ζωντανή κυρίως από τις επεκτατικές νομισματικές πολιτικές των κεντρικών τραπεζών, είναι επικείμενη.
Η αξία, που συσσωρεύεται στο χρηματοπιστωτικό τομέα, το “πλασματικό/τεχνητό” κεφάλαιο, που δεν παράγεται μέσω της αξιοποίησης της εργατικής δύναμης, θα υποτιμηθεί λόγω της έλλειψης ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης στην εμπορευματική παραγωγή. 24 Ο αυξανόμενος πληθωρισμός, εν όψει του οποίου η μπουρζουάδικη νομισματική πολιτική βρίσκεται σε μια παγίδα κρίσης, 25 η οποία επιτρέπει μόνο την πορεία προς τον πληθωρισμό ή/και την ύφεση, είναι ακριβώς μια έκφραση της αναπόφευκτης υποτίμησης της αξίας. Για πολλά κράτη που προηγουμένως ήταν αλυσοδεμένα στην παγκοσμιοποίηση μέσω ελλειματικών κύκλων και ανταγωνισμού μεταξύ των τοπικών κοινωνιών, το αυξανόμενο κόστος της κρίσης υπερτερεί των διαβρωτικών οφελών των οικονομικών κύκλων, που προκαλούνται από το έλλειμμα, με αποτέλεσμα οι εθνικές και περιφερειακές φυγόκεντρες τάσεις να κυριαρχούν και να επιταχύνουν την κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης. Αυτή είναι μια αντίφαση, που προκαλείται από την κρίση. Ο καπιταλισμός είναι έμφορτος αυτών.
Η Κίνα ως ο νέος ηγεμόνας;
Ακριβώς, αυτή η εξάντληση της νεοφιλελεύθερης κατασκευής πύργου χρέους των τελευταίων δεκαετιών είναι, που αναγκάζει ολοένα και περισσότερο τα υστεροκαπιταλιστικά κρατικά τέρατα να αναζητήσουν καταφύγιο στην εξωτερική επέκταση από τις κλιμακούμενες εσωτερικές αντιφάσεις. Η Τουρκία, που μαστίζεται από υψηλό διψήφιο πληθωρισμό και οδηγείται από τον Ερντογάν σε συνεχώς νέες ιμπεριαλιστικές κατακτήσεις, είναι, ας πούμε, απλώς το αποτύπωμα για τον έκδηλο ιμπεριαλισμό της κρίσης, που εξαπλώνεται σε πολλά μέρη. Ακόμα και στην περίπτωση της Ρωσίας, η οποία έπρεπε να καταστείλει πολυάριθμες εξεγέρσεις και αναταραχές στην μετασοβιετική “αυλή” της κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της εισβολής στην Ουκρανία, αυτή η νεο-ιμπεριαλιστική φυγή προς τον πόλεμο, που οφείλεται στην κρίση, είναι εμφανής. 26
Αυτή η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ κρίσης και πολέμου εκδηλώνεται επίσης στην επεκτατική προσέγγιση της δύσης στο μετασοβιετικό χώρο, η οποία αρνούμενη να συμφωνήσει σε εγγυήσεις ουδετερότητας για την Ουκρανία, προκάλεσε σαφώς τον ρωσικό επιθετικό πόλεμο στην γεωπολιτική “αυλή” του Κρεμλίνου. Για τις ΗΠΑ, ο αγώνας κατά της Ευρασίας, όπως υποδεικνύεται από τη συμμαχία μεταξύ Κίνας και Ρωσίας, είναι ένας αγώνας για την ηγεμονία, και για το ΗΠΑ-δολάριο στο ρόλο του ως το κορυφαίο νόμισμα στον κόσμο. 27 Λόγω του ακραίου εμπορικού ελλείμματός τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτούργησαν, κατά μία έννοια, ως μια μαύρη τρύπα στην παγκόσμια οικονομία, απορροφώντας ένα μεγάλο μέρος της πλεονάζουσας παραγωγής των υπερπαραγωγικών υστεροκαπιταλιστικών βιομηχανιών. Με το ραγδαία επιταχυνόμενο πληθωρισμό, που τροφοδοτείται όχι μόνο από την επεκτατική νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών, αλλά και από τις ελλείψεις πόρων και την πλήρως εξελισσόμενη κλιματική κρίση, 28 ο πλούτος της Ουάσιγκτον διατρέχει τώρα κίνδυνο, όπως και η ικανότητά της να συνάπτει ελεύθερα δάνεια και πιστώσεις στο κορυφαίο νόμισμα του κόσμου, το μέτρο της αξίας όλων των αγαθών.
Ταυτόχρονα, για την Κίνα, η οποία αγωνίζεται να σχηματίσει ένα ευρασιατικό μπλοκ δυνάμεων μαζί με τη Ρωσία, το επικείμενο τέλος της ελλειμματικής οικονομίας των ΗΠΑ αφαιρεί ένα βασικό κίνητρο για την ανοχή της ηγεμονίας των ΗΠΑ: Τα ακραία πλεονάσματα εξαγωγών της Κίνας, τα οποία στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 21ου αιώνα συνέβαλαν σημαντικά στην καθυστερημένη καπιταλιστική εκβιομηχάνιση της Λαϊκής Δημοκρατίας, δεν έχουν διαδραματίσει κεντρικό ρόλο ως οικονομικοί μοχλοί από το ξέσπασμα της κρίσης ακινήτων κατά το 2008 -και είναι πιθανό να χάσουν γρήγορα βάρος σε σχέση με τις ΗΠΑ στο μέλλον.
Παρ‘ όλα αυτά, είναι πλάνη να ερμηνεύσουμε την τρέχουσα παγκόσμια αναταραχή ως μια μετάβαση σε ένα νέο ηγεμονικό σύστημα στο οποίο η Κίνα, κατά μία έννοια, θα “κληρονομήσει” τις ΗΠΑ. Ενώ η Μεσοβασιλεία φαίνεται να βρίσκεται στα πρόθυρα να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως η παγκόσμια καπιταλιστική ηγεμονική δύναμη, αυτός ο μετασχηματισμός δεν είναι πλέον δυνατός στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής λόγω της κλιμακούμενης κοινωνικο-οικολογικής κρίσης. Η ιστορία της παγκόσμιας επέκτασης του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος, που ξεκινά κατά τον 16ο αιώνα, ξεδιπλώνεται σε ηγεμονικούς κύκλους, όπως περιγράφεται, για παράδειγμα, από τον Giovanni Arrighi στο συναρπαστικό του έργο “Adam Smith in Beijing”: 29 Μια αναδυόμενη δύναμη αποκτά κυρίαρχη θέση εντός του συστήματος, μετά από μια ορισμένη περίοδο κυριαρχίας, αυτή η ηγεμονική δύναμη εισέρχεται σε αυτοκρατορική παρακμή και τελικά αντικαθίσταται από έναν νέο ηγεμόνα.
Σύμφωνα με τον Arrighi, κάθε ηγεμονικός κύκλος έχει δύο φάσεις: Πρώτον, υπάρχει μια φάση αυτοκρατορικής ανόδου, που χαρακτηρίζεται από “υλική επέκταση”, δηλαδή από την κυριαρχία των βιομηχανιών εμπορευματικής παραγωγής της νέας ηγεμονικής δύναμης. Μετά το ξέσπασμα μιας οικονομικής “κρίσης σήματος” -που πυροδοτείται από διαδικασίες υπερσυσσώρευσης- ξεκινά η φάση της αυτοκρατορικής παρακμής, συνοδευόμενη από χρηματοοικονομική επέκταση και κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κλάδου, χαρίζοντας στο φθίνοντα ηγεμόνα μια τελευταία οικονομική και αυτοκρατορική χρυσή εποχή.
Και αυτή η ακολουθία μπορεί να επιβεβαιωθεί σαφώς εμπειρικά στην περίπτωση τόσο της Μεγάλης Βρετανίας όσο και των ΗΠΑ. Η αγγλική Αυτοκρατορία, η οποία ανήλθε και έγινε το “εργαστήριο του κόσμου” κατά τον 18ο αιώνα ως μέρος της εκβιομηχάνισης, μετατράπηκε στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, πριν αντικατασταθεί στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα από τις οικονομικά ανερχόμενες ΗΠΑ, οι οποίες με τη σειρά τους βίωσαν τη δική τους “κρίση σήματος” κατά τη διάρκεια του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 1970. Ακολούθησε η αποβιομηχάνιση και η χρηματιστικοποίηση των ΗΠΑ, που οδήγησε στην οικονομική κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Περαιτέρω, ο Arrighi υποστηρίζει ότι η μετάβαση μεταξύ δύο ηγεμονικών κύκλων συνοδεύεται από το γεγονός ότι ο φθίνων ηγεμόνας συσσωρεύει χρέη στον ανερχόμενο ηγεμόνα, όπως φαίνεται στο βιβλίο με το παράδειγμα της αυξανόμενης οικονομικής εξάρτησης της Μεγάλης Βρετανίας από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Μεγάλη Βρετανία συσσώρευσε ένα τεράστιο εμπορικό έλλειμμα με τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου, “οι οποίες προμήθευσαν πυρομαχικά και τρόφιμα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων στους Συμμάχους, αλλά έλαβαν λίγα αγαθά σε αντάλλαγμα”. Παρεμπιπτόντως, η Μεγάλη Βρετανία ενήργησε παρόμοια στον ρόλο της ως “τραπεζίτης” του αντι-Ναπολεόντειου συνασπισμού περίπου έναν αιώνα νωρίτερα. Και αυτή η ίδια η εξάρτηση μεταξύ των φθινουσών ΗΠΑ και της ανερχόμενης Κίνας περιγράφηκε χρησιμοποιώντας τον ειρηνικό ελλειμματικό κύκλο, στον οποίο τα πλεονάσματα των κινεζικών εξαγωγών συνέβαλαν στην εκβιομηχάνιση της Κίνας με γνώμονα τις εξαγωγές και στη δημιουργία ελλειμμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τι είναι λοιπόν λάθος εδώ; Τι είναι λάθος αυτή τη φορά, που καθιστά αδύνατο έναν νέο κινεζικό ηγεμονικό κύκλο; Γιατί δεν μπορεί ο 20ός “αμερικανικός” αιώνας να αντικατασταθεί από τον “κινεζικό” 21ο αιώνα; Καταρχάς, η Κίνα έχει ξεπεράσει σαφώς ήδη την “κρίση σήματός” της, η οποία σηματοδότησε τη μετάβαση σε ένα μοντέλο ανάπτυξης, που βασίζεται στη χρηματοδότηση, έως το 2008. Με το σκάσιμο των φουσκών της αγοράς κατοικίας στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, τα ακραία πλεονάσματα εξαγωγών της Κίνας μειώθηκαν (με εξαίρεση τις ΗΠΑ), ενώ τα γιγάντια πακέτα τόνωσης, που ξεκίνησε το Πεκίνο εκείνη την εποχή, για να στηρίξει την οικονομία, οδήγησαν σε έναν μετασχηματισμό της κινεζικής οικονομικής δυναμικής: οι εξαγωγές έχασαν τη σημασία τους και η χρηματοδοτούμενη από πιστώσεις κατασκευαστική βιομηχανία και ο τομέας των ακινήτων έγιναν πλέον οι κεντρικοί μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης.
Η ανάπτυξη της Κίνας βασίζεται επομένως και στο χρέος. Η “Λαϊκή Δημοκρατία” είναι ομοίως χρεωμένη στα παρακμάζοντα δυτικά κέντρα του παγκόσμιου συστήματος (επιπλέον, η άνοδος της Κίνας σε “εργαστήριο του κόσμου” βασίστηκε επίσης σε διαδικασίες χρέους στη δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ λόγω των πλεονασμάτων των κινεζικών εξαγωγών εντός των προαναφερθέντων κύκλων ελλειμμάτων). 30 Και αυτή η κινεζική άνθηση του ελλείμματος δημιουργεί πολύ μεγαλύτερες κερδοσκοπικές υπερβολές από ό,τι στις ΗΠΑ ή στη δυτική Ευρώπη, όπως αποδεικνύεται από τις στρεβλώσεις στην παράλογα διογκωμένη κινεζική αγορά ακινήτων το 2021. 31 Αυτή η έλλειψη ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης στην εμπορευματική παραγωγή, στο οποίο εκδηλώνεται το εσωτερικό όριο του κεφαλαίου, αποτελεί τη μεγάλη διαφορά μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ: Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην αρχή της ηγεμονίας της, η Ουάσιγκτον μπόρεσε να βασιστεί σε δύο δεκαετίες επικείμενης επέκτασης του κεφαλαίου στο πλαίσιο του φορντισμού. Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, φαίνεται να βρίσκεται σε παρακμή ακόμη και πριν επιτύχει την ηγεμονία, λόγω της κατάρρευσης των βουνών χρέους της σε ένα υπερχρεωμένο παγκόσμιο υστεροκαπιταλιστικό σύστημα.
Ένας άλλος παράγοντας, που καθιστά την κινεζική ηγεμονία οικολογικά αδύνατη στο υστεροκαπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα, περιγράφηκε από τον Arrighi στο προαναφερθέν έργο του ως η ιστορική τάση προς την πρόοδο εντός των ηγεμονικών κύκλων: Η επικράτεια, ο πληθυσμός και το οικονομικό βάρος των ηγεμονικών δυνάμεων αυξάνονται σε όλη την ιστορία του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος. Αυτή η πρόοδος κυμαίνεται από τα λίγα εκατομμύρια υπηκόους της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, μέσω των εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών των ΗΠΑ στις ηπειρωτικές ηγεμονικές ΗΠΑ, έως το τελικό δυνατό στάδιο ανάπτυξης στο κράτος της Κίνας, το οποίο έχει δισεκατομμύρια κατοίκους. Ωστόσο, αυτό υπερβαίνει επίσης τα οικολογικά όρια του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος, 32 καθώς η Κίνα είναι ήδη ο μεγαλύτερος εκπομπός αερίων του θερμοκηπίου και η κλιματική κρίση έχει ήδη καταστροφικές συνέπειες που καταστρέφουν τη Λαϊκή Δημοκρατία. 33
Ωκεανία εναντίον Ευρασίας;
Η κατάρρευση της παγκόσμιας ελλειμματικής οικονομίας και η κλιμακούμενη κλιματική κρίση εμποδίζουν μια νέα, διαμορφωμένη από το Πεκίνο, “παγκόσμια τάξη”, έναν κινεζικό ηγεμονικό κύκλο. Η ηγεμονία υπονοεί ότι η θέση του ηγεμόνα είναι τουλάχιστον ανεκτή, καθώς φέρνει πλεονεκτήματα για τα άλλα κράτη εντός αυτού του ηγεμονικού συστήματος. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, ήταν η μακρά φορντιστική μεταπολεμική άνθηση, καθώς και -από τη δεκαετία του 1980 και μετά- η ελλειμματική οικονομία, που βασίζεται στο κορυφαίο νόμισμα του κόσμου, το δολάριο, που επέτρεψε στην Ουάσιγκτον να επιτύχει ηγεμονία. Η άνοδος της Κίνας, ωστόσο, δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε μια τέτοια οικονομική βάση.
Ο ιστορικός ηγεμονικός κύκλος του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος επικαλύπτεται έτσι από την κοινωνικο-οικολογική διαδικασία κρίσης του κεφαλαίου· αλληλεπιδρά με αυτήν, επιτρέποντας στην ηγεμονική άνοδο και πτώση της Κίνας να συγχωνευθούν. Το ηγεμονικό σύστημα των ΗΠΑ, το οποίο άρχισε να αποσυντίθεται ανοιχτά με την εισβολή στο Ιράκ κατά το 2003, φαίνεται τώρα να δίνει τη θέση του σε έναν σχηματισμό παγκόσμιου μπλοκ, σε ένα δυστοπικό βασίλειο, όπου η Ευρασία (Ρωσία και Κίνα) και η Ωκεανία (οι ΗΠΑ με τα συστήματα συμμαχιών του Ατλαντικού και του Ειρηνικού) είναι κλειδωμένες σε μια αέναη σύγκρουση. Αλλά ακόμη και αυτή η γραμμή του μετώπου, που θυμίζει τον Ψυχρό Πόλεμο -ο οποίος κλιμακώθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση στην Ουκρανία- είναι πιθανό να παραμείνει ασταθής και ρευστός. Θα μπορούσε κανείς ακόμη να υποστηρίξει, ότι η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, ως κινητήριες δυνάμεις στη σύγκρουση στην Ουκρανία, επιδιώκουν επίσης το στόχο της εδραίωσης του διαβρωμένου συστήματος συμμαχιών της Δύσης, παρουσιάζοντας ένα ενιαίο μέτωπο κατά της Μόσχας στα χαρακώματα της ανατολικής Ουκρανίας.
Η κατάπτωση της παγκοσμιοποίησης είναι συνώνυμη με την κατάπτωση της προαναφερθείσας παγκόσμιας ελλειμματικής οικονομίας, η οποία σταθεροποίησε το παγκόσμιο σύστημα κατά τη νεοφιλελεύθερη εποχή. Αυτός είναι ο αποφασιστικός παράγοντας, που θα διαμορφώσει την περαιτέρω πορεία της κρίσης. Το βουνό ανάπτυξης, που τροφοδοτείται από το χρέος, διατηρήθηκε πιο πρόσφατα μέσω της εκτύπωσης χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες, και καθυστέρησε το εμφανές ξέσπασμα της κρίσης κατά τη νεοφιλελεύθερη περίοδο, αλλά, τώρα καταπίπτει, χωρίς να υπάρχει κανένα νέο καθεστώς συσσώρευσης. Αυτό θα οδηγήσει στην εντατικοποίηση του τυφλού ανταγωνισμού κρίσης σε όλα τα επίπεδα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μια “μεταπολεμική τάξη” φαίνεται σχεδόν αδύνατη πια, λόγω των αυξανόμενων κρίσεων και της επακόλουθης αύξησης του ανταγωνισμού κρίσης.
Αυτό ισχύει και για τον ιμπεριαλισμό της κρίσης, ο οποίος, ενώ ξυπνά μνήμες του 19ου αιώνα, καθοδηγείται από μια αντίστροφη λογική ανάπτυξης. Ενώ το πρώτο ιμπεριαλιστικό “Μείζον Παίγνιο” έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια μιας φάσης παγκόσμιας επέκτασης του κεφαλαίου, στην οποία όλο και νέες περιφερειακές περιοχές ενσωματώνονταν στο καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα μέσω της φωτιάς και του σπαθιού, η επανεργοποίησή του του στον 21ο αιώνα λαμβάνει χώρα με φόντο τη συρρίκνωση της διαδικασίας αξιοποίησης, η οποία αφήνει πίσω της όλο και περισσότερη οικονομικά και οικολογικά “καμένη γη” μαζί με τα αντίστοιχα “αποτυχημένα κράτη”.
Με λίγα λόγια: Δεδομένου ότι το κεφάλαιο δε μπορεί πλέον να συνεχίσει την ύπαρξή του ως ζόμπι, τα υστεροκαπιταλιστικά κρατικά τέρατα στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου, γεγονός που αποσταθεροποιεί επίσης όλες τις τρέχουσες συμμαχίες, καθώς η ανταγωνιστική πίεση, που προκαλείται από την κρίση, αυξάνεται ακόμη και μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, και μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας. Υπάρχει μια κάποια αναπόφευκτη συνέπεια σε όλα αυτά, καθώς η επιδίωξη της παγκόσμιας κυριαρχίας στην παγκόσμια κρίση του κεφαλαίου είναι ουσιαστικά ένας αγώνας ενάντια στην κοινωνική και οικονομική παρακμή, μια μάχη στον Τιτανικό του υστεροκαπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος, το οποίο βρίσκεται σε ανοιχτή αποσύνθεση. Η απομόνωση από εκείνους που θεωρούνται οικονομικά περιττοί και η εξασφάλιση πόρων, είναι κεντρικά στοιχεία αυτού του ιμπεριαλισμού της κρίσης, ενώ οι δυνάμεις και οι περιοχές του κόσμου, που χάνουν σε αυτή τη διαδικασία, παραπατούν στην πτώση του κράτους.
Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο παράδειγμα του πολέμου στην Ουκρανία, όπου και οι δύο πλευρές προσπαθούν ουσιαστικά να εκμεταλλευτούν τις τάσεις προς την κρατική αποσύνθεση για τα δικά τους συμφέροντα. Η Μόσχα εργάζεται για την ίδρυση αντίστοιχων “λαϊκών δημοκρατιών” στις κατεχόμενες ρωσόφωνες περιοχές της Ουκρανίας -ακολουθώντας τα παραδείγματα του Ντόνετσκ και του Λουχάνσκ -προκειμένου να τις ενσωματώσει στη Ρωσική Ομοσπονδία. Η ακροδεξιά στην Ουκρανία, η οποία επί του παρόντος αποτελεί την φανατική αιχμή του δόρατος του ουκρανικού στρατού, βλέπει τον πόλεμο, ωστόσο, ως ευκαιρία να επιταχύνει την αποσύνθεση του ρωσικού κράτους, προκειμένου να υλοποιήσει τις αυτοκρατορικές του φιλοδοξίες στο πέρασμά του. 34
Πρόκειται για μια Ταλιμπάν-λογική, που εκτυλίσσεται εδώ, στην οποία -παρόμοια με τη δυτική στρατιωτική βοήθεια προς τους ιερούς πολεμιστές του Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980- ένα εξτρεμιστικό κίνημα οπλίζεται βαριά. Αυτό το κίνημα θα αποσταθεροποιήσει την περιοχή, καθώς η κρίση εξελίσσεται και θα απελευθερώσει πλήρως τις ήδη υπάρχουσες ανομικές τάσεις εντός του καταρρέοντος ουκρανικού κρατικού μηχανισμού (ο οποίος είναι εξίσου διεφθαρμένος με αυτόν της Ρωσίας). Οι 35 Ναζί στην Ουκρανία, οι οποίοι αυτή τη στιγμή αποκτούν ραγδαία επιρροή, ακολουθούν επίσης μόνο επιφανειακά το ιστορικό τους μοντέλο -παρόμοιο με τον ιμπεριαλισμό της κρίσης, που περιγράφηκε παραπάνω. Έχοντας θέσει ως στόχο την εγκαθίδρυση της συνήθους εθνικής αυτοκρατορίας με τη μορφή κράτους, στην πραγματικότητα είναι υποκείμενα της ανομικής βαρβαρότητας, που αντικειμενικά εκτυλίσσεται, καθώς η κρίση εκδιπλώνεται -δηλαδή, της ταχέως προχωρημένης κατάπτωσης του κράτους.
Μια άλλη πτυχή της νέας φάσης κρίσης, στην οποία αλληλεπιδρούν οι εξωτερικοί και εσωτερικοί περιορισμοί του κεφαλαίου, γίνεται επίσης σαφώς εμφανής κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία: η ταχέως εξαπλούμενη έλλειψη πόρων και τροφίμων, η οποία μπορεί ακόμα να παρουσιαστεί ως συνέπεια του πολέμου, θα μετατραπεί σε ένα μόνιμο φαινόμενο. 36 Το παγκόσμιο υστεροκαπιταλιστικό αγροτικό σύστημα, το οποίο έχει μετατρέψει τους φυσικούς πόρους και τα μέσα διαβίωσης της ανθρωπότητας σε αξιακούς φορείς, και επιδίδεται στην αποτέφρωσή τους με σκοπό τη δημιουργία απεριόριστης αξίας, 37 είναι ανίκανο, υπό το φως της κλιμακούμενης κλιματικής κρίσης και της κατάρρευσης της παγκοσμιοποίησης, να διατηρήσει την επισιτιστική προμήθεια για μεγάλα τμήματα της ανθρωπότητας στην περιφέρεια του παγκόσμιου συστήματος -ακόμη και αν αυτό θα ήταν ακόμα δυνατό σε ένα μετακαπιταλιστικό σύστημα που εξοικονομεί πόρους, παρά την κλιμακούμενη κλιματική κρίση.
Με την ολοένα και πιο εμφανή κατάπτωση της παγκόσμιας ελλειμματικής οικονομίας, μαζί με τους ελλειμματικούς κύκλους, που περιγράφονται παραπάνω, και την επικείμενη υποτίμηση της αξίας στα κέντρα, τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στη ζώνη του δολαρίου, η οποία πιθανότατα θα εκδηλωθεί ως στασιμοπληθωρισμός, οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού για πρώτες ύλες, πόρους και βασικά τρόφιμα είναι επίσης πιθανό να καταπέσουν ή τουλάχιστον να υποστούν σοβαρές φθορές. Η κρίση ελλείψεων που χαρακτηρίζει αυτή τη νέα ποιότητα κρίσης, η οποία ήδη εξαπλώνεται στην περιφέρεια, 38 είναι επομένως προϊόν των κλιμακούμενων αντιφάσεων, που είναι εγγενείς στην αναπτυξιακή επιταγή του κεφαλαίου -και εδώ, επίσης, το “σημείο συμφόρησης της προσφοράς” κάτω από το οποίο, για παράδειγμα, στενάζει η γερμανική βιομηχανία, ήταν απλώς ένας πρόδρομος αυτής της νέας ποιότητας κρίσης σε ένα παγκόσμιο σύστημα στα πρόθυρα της ανοιχτής αποσύνθεσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Η προκύπτουσα κρίση ελλείψεων, χαρακτηριστική αυτής της νέας ποιότητας κρίσης, εξαπλώνεται ήδη στην περιφέρεια. Η φύση του νεοιμπεριαλιστικού “Μεγάλου Παιγνίου” για την Ουκρανία έχει κατά συνέπεια αλλάξει από το 2014 -όταν η δύση παρενέβη, 39 για να αποτρέψει το σχηματισμό της “Ευρασιατικής Ένωσης”, την οποία προπαγάνδισε ο Πούτιν. Με τον αγώνα για τις νότιες και νοτιοανατολικές περιοχές της Ουκρανίας, τις οποίες το Κρεμλίνο θέλει να ενσωματώσει στην καταρρέουσα αυτοκρατορία του, λαμβάνει χώρα τώρα και ένας σχεδόν αρχαϊκός πόλεμος πόρων. Αυτές οι περιοχές έχουν τις υψηλότερες αγροτικές αποδόσεις. 40 Η Μόσχα, η οποία δεν έχει καταφέρει να εκσυγχρονίσει τη ρωσική οικονομία, επεκτείνει έτσι τη στρατηγική της για μια “ενεργειακή αυτοκρατορία” -η οποία στοχεύει στον εκτεταμένο έλεγχο της “αλυσίδας αξίας” των ενεργειακών πηγών -ώστε να συμπεριλάβει και άλλους “σπάνιους” πόρους: βασικά τρόφιμα. Η Ρωσία δεν θέλει μόνο να είναι ένας πυρηνικά εξοπλισμένος σταθμός ανεφοδιασμού φυσικού αερίου, αλλά θέλει επίσης να είναι μια αποθήκη σιτηρών -ειδικά ενόψει της κλιματικής κρίσης.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προσφέρει έτσι μια ματιά στην επερχόμενη περίοδο κρίσης, κατά την οποία ένα αποσυντιθέμενο καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα, λόγω των αυξανόμενων οικονομικών και οικολογικών πιέσεων, δεν θα επιτρέπει πλέον καμία σταθερή ηγεμονία ή σχηματισμό μπλοκ, ενώ οι ανοιχτά ένοπλες συγκρούσεις, ακόμη και μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, που απομονώνονται ολοένα και περισσότερο από την περιφέρεια, είναι πιθανό να αυξηθούν για βασικούς πόρους. Κατά μία έννοια, όλα θα γίνουν πετρέλαιο -ειδικά επειδή η διαδικασία της κρίσης δεν τηρεί την πραγμοποίηση του μπουρζουάδικου λόγου περί κρίσης, και τα επιμέρους στοιχεία αυτής της δυναμικής, τα οποία διαχωρίζονται σαφώς στη δημόσια αντίληψη και συζητώνται ως “οικονομική κρίση”, “κλιματική κρίση”, “πολιτική αστάθεια” ή “ελλείψεις εφοδιασμού”, θα αλληλεπιδρούν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Αυτή η νέα ποιότητα κρίσης βρίσκει τελικά το επίκεντρό της σε γεωπολιτικό, “νεο-αυτοκρατορικό” επίπεδο σε μια πυρηνική ανταλλαγή, η οποία γίνεται ολοένα και πιο πιθανή με την αυξανόμενη ένταση των οικολογικών και οικονομικών κρίσεων, με ολοένα και νέες, πιο βίαιες “επιπτώσεις της κρίσης”.
Αυταρχικός σχηματισμός κράτους και κατάπτωση κράτους
Δεδομένου ότι η αποπαγκοσμιοποίηση συνοδεύεται από την κατάπτωση της παγκόσμιας ελλειμματικής οικονομίας, η οποία θα υποτιμήσει το νεοφιλελεύθερο βουνό χρέους, σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές αναταραχές, όπως αυτές που κατέστρεψαν μεγάλα τμήματα της περιφέρειας στη νεοφιλελεύθερη εποχή με τη μορφή κρίσεων χρέους και οικονομικών καταρρεύσεων, φαίνονται πλέον πιθανές και στα κέντρα. Εάν οι καπιταλιστικές ελίτ δεν έχουν άλλα μέσα για να καθυστερήσουν την κρίση στη διάθεσή τους, η διαδικασία της κρίσης, η οποία εξελίσσεται κατά διαστήματα από την περιφέρεια προς τα κέντρα από τη δεκαετία του 1980, θα φτάσει έτσι στο λογικό της τέλος. Δεν είναι μόνο οι ΗΠΑ, που στενάζουν κάτω από ένα παράλογο βάρος ιδιωτικού και δημόσιου χρέους, που αντιμετωπίζουν την οικονομική άβυσσο υπό το φως της απαραίτητης μετατόπισης της νομισματικής πολιτικής στα επιτόκια. Είναι ακριβώς οι εξαγωγικά προσανατολισμένες οικονομίες, όπως αυτή της Γερμανίας, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παγκόσμια ελλειμματική οικονομία μέσω των εξαγωγικών πλεονασμάτων τους, τα οποία πρακτικά αντιπροσωπεύουν μια εξαγωγή χρέους -και οι οποίες θα μπορούσαν τώρα να πληγούν ιδιαίτερα σκληρά από την αποπαγκοσμιοποίηση.
Έτσι, με την πρώτη ματιά, μια τάση που αναδυόταν ήδη στην τελική φάση της νεοφιλελεύθερης εποχής, φαίνεται να καθίσταται κεντρικό στοιχείο της νέας περιόδου κρίσης: Το κράτος, ως οικονομικός παράγοντας, που σταθεροποίησε το σύστημα τα τελευταία χρόνια με πακέτα τόνωσης και υπερβολική εκτύπωση χρήματος κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεγάλης φούσκας ρευστότητας, 41 είναι πιθανό να αναδειχθεί σε κυρίαρχη οικονομική δύναμη λόγω της νέας φύσης της διαδικασίας της κρίσης. Γενικά, το καπιταλιστικό κράτος, το οποίο ακόμη και στην πρώιμη απολυταρχική του μορφή λειτούργησε ως η πιο σημαντική κινητήρια δύναμη πίσω από την απογείωση της διαδικασίας αξιοποίησης στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής “οικονομίας των πυροβόλων όπλων” (Robert Kurz), ενεργεί ως κεντρικός οικονομικός παράγοντας σε περιόδους πολέμου και κρίσης. Το κράτος δεν αποτελεί εναλλακτική λύση στην αγορά, όπως συχνά εμφανίζεται σε απλουστευτικές κριτικές του καπιταλισμού, αλλά μάλλον μια απαραίτητη διόρθωση της τυφλής δυναμικής της αγοράς, η οποία τείνει να είναι αυτοκαταστροφική. Μόλις οι εγγενείς αντιφάσεις της συσσώρευσης κεφαλαίου κλονίσουν το σύστημα στον πυρήνα του μέσω κρίσης ή πολέμου, το κράτος -το οποίο είναι πάντα ένα καπιταλιστικό κράτος- πρέπει να παρέμβει για να σταθεροποιήσει το σύστημα. Αυτό παρατηρήθηκε τελευταία φορά, για παράδειγμα, κατά την περίοδο της κρίσης και του πολέμου της δεκαετίας του 1930.
Ακόμα και τώρα, υπό το φως της κλιματικής κρίσης και του πολέμου, ακούγονται φωνές στην κοινή γνώμη που ζητούν μια ανοιχτή μετάβαση σε ένα σκεπτικό αποκήρυξης, 42 στον κρατικό καπιταλισμό, σε μια πολεμική οικονομία. 43 Το κράτος δεν υποτίθεται ότι υποστηρίζει μόνο την “οικονομία” μέσω προγραμμάτων οικονομικής τόνωσης, με την κατασκευή νέων, “οικολογικών” υποδομών και με την εκτύπωση χρήματος, όπως στην τελική φάση του νεοφιλελευθερισμού. Τώρα, η δαπανηρή βασική έρευνα, η επιδότηση της κατανάλωσης ή της παραγωγής και η οργάνωση της διανομής αγαθών κατά τη διάρκεια κρίσεων υπό κρατικό έλεγχο φαίνονται επίσης πιθανές. Η στρατηγική κρατική παρέμβαση στη βιομηχανική ανάπτυξη αποτελεί ήδη μέρος της αστικής πολιτικής, για παράδειγμα στη Γερμανία με τη μορφή της προώθησης “βιομηχανικών πρωταθλητών”, που υποτίθεται ότι κατακτούν τις παγκόσμιες αγορές με κρατική υποστήριξη (και εδώ, η δύση επί του πρακτέου μόνο ακολουθεί την Κίνα και τη Ρωσία). 44 Περαιτέρω κρατικοποιήσεις, ιδίως στον ερειπιωμένο και επιρρεπή σε κρίσεις τομέα των υποδομών του ύστερου καπιταλισμού, είναι επίσης προβλέψιμες ως απάντηση σε μελλοντικές κρίσεις.
Αυτές τις μέρες, το κράτος εξετάζει επίσης την πιθανότητα περαιτέρω κρατικοποιήσεων ως απάντηση σε μελλοντικές κρίσεις. Αυτός ο απαραίτητος ρόλος του κράτους ως “διαχειριστή κρίσεων” υπονομεύεται, ωστόσο, από την εξάντληση της παγκοσμιοποίησης της ελλειμματικής οικονομίας, που καθοδηγείται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές στη νεοφιλελεύθερη εποχή, η οποία, απέναντι σε ιλιγγιώδη βουνά χρέους, υπερθερμασμένες χρηματοπιστωτικές αγορές και ραγδαία αυξανόμενο πληθωρισμό, οδηγεί την πολιτική σε αδιέξοδο, σε μια παγίδα κρίσης: Η καπιταλιστική πολιτική για την αντιμετώπιση της κρίσης θα πρέπει επί τοθυ πρακτέου, αφενός, να μειώσει τα επιτόκια, να τυπώσει χρήμα και να στηρίξει την οικονομία μέσω προγραμμάτων τόνωσης, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά ταυτόχρονα θα ήταν απαραίτητο να αυξηθούν τα επιτόκια και να ακολουθηθεί μια συνεπής πορεία λιτότητας, προκειμένου να ελεγχθεί τουλάχιστον κάπως ο πληθωρισμός.
Αυτή η ολοένα και πιο εμφανής παγίδα κρίσης, 45 η οποία σηματοδοτεί το τέλος της χρηματοδοτούμενης από την πίστωση νεοφιλελεύθερης καθυστέρησης της έκδηλης κρίσης στα κέντρα, μόλις κλείσει απότομα, θα πυροδοτήσει τις πιο σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές αναταραχές -ειδικά στα κέντρα, και ιδιαίτερα μεταξύ των μεσαίων τάξεών τους. Με αυτή την έξαρση της φτώχειας, η σταδιακή βαναυσοποίηση των αστικών μητροπολιτικών κοινωνιών, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και δεκαετίες, θα μετατραπεί σε ανοιχτή βαρβαρότητα, που θα καθοδηγείται από έναν κλιμακούμενο, ανομικό ανταγωνισμό κρίσης σε όλα τα επίπεδα. Η υποχώρηση του κράτους στην κοινωνική πολιτική, που προκαλείται από την κρίση, θα το περιορίσει στον αρχικό του ρόλο ως μέσο καταστολής. Η νέα έξαρση της κρίσης θα προκαλέσει έτσι μια αντίστοιχη κρατική απάντηση. Οι αυταρχικές κρατικές τάσεις, που υπάρχουν στο νεοφιλελευθερισμό με τη μορφή της διάλυσης της δημοκρατίας και της επέκτασης του κράτους επιτήρησης, θα αποκαλυφθούν ανοιχτά. Ο δεξιός πρόεδρος των ΗΠΑ Τραμπ ήταν απλώς ένα προοίμιο από αυτή την άποψη. Και στη Γερμανία, επίσης, το λανθάνον, σιγοβράζον φασιστικό δυναμικό είναι πιθανό να εκδηλωθεί πλήρως, μόνο όταν η εκπολιτιστική επίδραση των υψηλών πλεονασμάτων εξωτερικού εμπορίου, τα οποία αναγκάζουν τις λειτουργικές ελίτ της Γερμανίας να λάβουν υπόψη την ξένη γνώμη, εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, ειδικότερα, καθιστά σαφή αυτή την αλληλεπίδραση μεταξύ της όξυνσης της κρίσης, της βαναυσότητας και των αντανακλαστικών του αυταρχικού κράτους. Ο Λουκασένκο, που κάποτε χαρακτηριζόταν ως “ο τελευταίος δικτάτορας της Ευρώπης”, φαίνεται να αποτελεί περισσότερο πρόδρομο όλων αυτών των αυταρχικών τάσεων, που εδραιώνονται σήμερα στην ΕΕ, για παράδειγμα στην Ουγγαρία ή την Πολωνία, στο ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα με τη μορφή του ισλαμοφασιστικού καθεστώτος στην Τουρκία ή στην ίδια την Ουκρανία, η οποία ήδη ακολουθεί τα βήματα της Ρωσίας με τη σύλληψη προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης και την απαγόρευση πολιτικών κομμάτων. 46 Είναι θεμελιώδες λάθος να ερμηνεύεται ο πόλεμος στην Ουκρανία ως αγώνας μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας, μια ερμηνεία που θα μπορούσε να διορθωθεί απλώς εξετάζοντας τις καταστάσεις στη Βαρσοβία, τη Βουδαπέστη ή την Άγκυρα. Η νέα φάση της κρίσης είναι επομένως πιθανό να χαρακτηρίζεται περισσότερο από έναν οργουελιανό αγώνα μεταξύ αυταρχικών ή φασιστικών καθεστώτων για πόρους παρά από μια αναβίωση του “Ψυχρού Πολέμου”.
Κι όμως, αυτή η τάση προς μια αυταρχική, τελικά ανοιχτά φασιστική διαχείριση κρίσεων είναι ένα επιφανειακό φαινόμενο, που συνδέεται μόνο επιφανειακά με τον φασισμό του 20ού αιώνα. Η συνολική και ολοκληρωτική κινητοποίηση κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου επέτρεψε την μεταπολεμική άνθηση του φορντισμού, καθώς ουσιαστικά δεν υπήρξε αποστράτευση μετά το τέλος του πολέμου, και η μαζική παραγωγή αρμάτων μάχης μετατράπηκε στην αυτοκινητιστική επανάσταση των μεταπολεμικών καπιταλιστικών κοινωνιών. Ωστόσο, ένα παρόμοιο καθεστώς συσσώρευσης, στο οποίο η μαζική μισθωτή εργασία θα χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή εμπορευμάτων, δεν διαφαίνεται αυτή τη φορά. Υπάρχει μόνο η άβυσσος της συνολικής υπερχρέωσης στην αναδυόμενη κλιματική καταστροφή, η οποία δίνει στην αντικειμενική λειτουργία του φασισμού ως τρομοκρατικής μορφής κρίσης εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας μια διαφορετική τροχιά. Το πάντα παρόν στοιχείο του φασισμού ως η κυριαρχία των εκ/παρα-βιαστικών ομάδων, δηλαδή των ανταγωνιστικών κοινοτήτων λεηλασίας, όπως παρατήρησε οξυδερκώς η Κριτική Θεωρία, καθίσταται κυρίαρχο στην τρέχουσα συστημική κρίση.
Ο αυταρχικός σχηματισμός του κράτους, το οποίο γίνεται ολοένα και περισσότερο θύμα εξαπάτησης, συνοδεύεται έτσι από την εσωτερική του διάβρωση, η οποία ήδη αρχίζει να εκτυλίσσεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ιδίως όσον αφορά τις αυξανόμενες ακροδεξιές εξτρεμιστικές δραστηριότητες 47 εντός του κρατικού μηχανισμού. 48 Στην Ουκρανία, αυτή η διαδικασία έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο, όπου, μετά την ανατροπή της κυβέρνησης και το ξέσπασμα του πολιτικού πολέμου, η ολιγαρχική διακυβέρνηση μετατράπηκε σε ανοιχτό σχηματισμό ακροδεξιών εξτρεμιστικών πολιτοφυλακών, 49 οι οποίες μπόρεσαν να αμφισβητήσουν ανοιχτά το ουκρανικό κράτος κατά την προετοιμασία για τον πόλεμο. 50 Επιπλέον, η καταστροφική πορεία της ρωσικής εισβολής αποκάλυψε, πόσο έχουν προχωρήσει οι τάσεις προς τη διάβρωση του κράτους ακόμη και εντός της ρωσικής κρατικής ολιγαρχίας, καθώς ακόμη και ο στρατός, απαραίτητος για την προβολή της εξουσίας του Κρεμλίνου, επηρεάστηκε πλήρως. Η διαίρεση εντός της γερμανικής δεξιάς πτέρυγας, η οποία δεν μπορεί να τοποθετηθεί σαφώς πίσω ούτε από τους Ουκρανούς Ναζί, ούτε από τον ρωσικό προφασισμό στον πόλεμο της Ουκρανίας, υποδεικνύει ακριβώς την πανταχού παρουσία αυτών των αυταρχικών-ανομικών τάσεων σε αυτή τη σύγκρουση. 51
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευθραυστότητας της αυταρχικής διακυβέρνησης υπό τον καπιταλισμό και της μετατροπής της δικτατορίας σε ανομία είναι η Αραβική Άνοιξη, κατά την οποία κατέρρευσαν φαινομενικά μονολιθικές δικτατορίες όπως αυτές στη Συρία και τη Λιβύη, απελευθερώνοντας τις εγγενείς φυγόκεντρες δυνάμεις τους. Οι αυταρχικές δομές δεν αποτελούν ένδειξη της εγγενούς δύναμης του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο δίνει προτεραιότητα στη βελτιστοποίηση της αυτοεκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών στο πλαίσιο της καπιταλιστικής δημοκρατίας, αλλά μάλλον μια μορφή κρίσης. Αυτή η μορφή είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική στην οργάνωση της διαδικασίας αξιοποίησης, από το συνήθη δημόσιο λόγο στα κέντρα του παγκόσμιου συστήματος σχετικά με τρόπους βελτιστοποίησης και αύξησης της ανάπτυξης -ένα λόγο, που, ωστόσο, απαιτεί έναν ορισμένο βαθμό κοινωνικής σταθερότητας για να εγγυηθεί τα ιδεολογικά του θεμέλια.
Αμόκ ή Χειραφέτηση
Η εποχή της ανοιχτά αυταρχικής διαχείρισης κρίσεων, η οποία τώρα προμηνύεται, για παράδειγμα, από την δημόσια εκπεφρασμένη προτίμηση των δυτικών ολιγαρχών για τους δεξιούς λαϊκιστές, 52 δε θα είναι επομένως σε θέση να επιφέρει μια μεταπολεμική τάξη, που θα διαρκέσει δεκαετίες, ακόμη και στο εσωτερικό, όπως αυτή, που επικρατούσε στα κέντρα κατά τη νεοφιλελεύθερη εποχή, παρόλες τις υφέρπουσες διαδικασίες διάβρωσης και αυξανόμενων αντιφάσεων. Οι κλιματικές, οικονομικές και γεωπολιτικές κρίσεις συμβαίνουν με αυξανόμενη συχνότητα, γι‘ αυτό και μια σταθεροποίηση, που θα εγκαινίαζε μια νέα ιστορική περίοδο διαχείρισης κρίσεων είναι ελάχιστα πιθανή, ακόμη και μέσω αυταρχικών, δικτατορικών μεθόδων. Ειδικά, επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι διαφορετικές πτυχές της διαδικασίας της κρίσης αλληλεπιδρούν όλο και περισσότερο, έτσι ώστε, για παράδειγμα, η κλιματική κρίση θα έχει αυξανόμενες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η εποχή των τεράτων, όπως ο Γκράμσι ονόμασε τη ραγδαία κρίση του φορντισμού κατά τη δεκαετία του 1930, φαίνεται να είναι ατελείωτη.
Θα μπορούσε κανείς ακόμη και να ισχυριστεί ότι -με τον ιμπεριαλισμό της κρίσης και τον φασισμό να τείνουν προς την ανομία ως μια ανοιχτή λατρεία θανάτου- 53 στιγμές της επεκτατικής δυναμικής του κεφαλαίου επανεμφανίζονται για λίγο στη φάση της παρακμής, επικαλύπτονται και αλληλεπιδρούν -εξ ολοκλήρου με την έννοια μιας διαλεκτικής άρνησης της άρνησης, έτσι ώστε φαινομενικά οικεία φαινόμενα, σε ένα υψηλότερο στάδιο της καπιταλιστικής αντίφασης, να ακολουθούν μια αντίστροφη λογική ανάπτυξης, που καθοδηγείται από τη συρρίκνωση της διαδικασίας αξιοποίησης. Αυτά είναι αιματοβαμμένα πρώιμα καπιταλιστικά ενθύμια από την ανοδική φάση του κεφαλαίου, τα οποία το παγκόσμιο σύστημα, τώρα ευρισκόμενο σε αγωνία, εξαπολύει για άλλη μια φορά στην ανθρωπότητα. Ακόμα και ο μισθοφόρος, που επιστρέφει αυτή τη στιγμή σε νεοϊμπεριαλιστικούς πολέμους διανομής και κατάρρευσης, είναι προϊόν του πρώιμου καπιταλισμού, όταν οι πρώτοι “αποδέκτες μισθών” εμφανίστηκαν μαζικά κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου ως η σπερματική μορφή του μισθωτού εργάτη και τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό.
Χωρίς ένα χειραφετητικό ξεπέρασμα του κεφαλαίου στη φετιχιστική τυφλή φυγή του προς την παγκόσμια κατάπτωση, 54 η κρίση βρίσκει την τελική της οδό διαφυγής στο αμόκ, στη διάρρηξη όλων των λιβιδινικών δεσμών μεταξύ των μελών της κοινωνίας, που πυροδοτείται από την κλιμάκωση του ανταγωνισμού στην κρίση, προάγγελος του οποίου είναι ότι οι ατομικές επιθέσεις 55 συμβαίνουν ήδη τακτικά. Εκτός από τον παγκόσμιο πυρηνικό πόλεμο, ο οποίος γίνεται μια ολοένα και μεγαλύτερη απειλή στον ιμπεριαλισμό της κρίσης με αυξανόμενη ένταση της κρίσης, η κλιματική κρίση είναι πιθανό να λειτουργήσει ως ο μεγαλύτερος παράγοντας πανικού: συγκεκριμένα, η ολοένα και πιο εμφανής μη κατοικήσιμη κατάσταση μεγάλων τμημάτων του παγκόσμιου νότου, 56 η οποία θέτει αντικειμενικά όρια σε όλες τις μορφές διαχείρισης κρίσεων, ακόμη και στις πιο βάναυσες, ανοιχτά τρομοκρατικές. Αυτό θα σηματοδοτούσε τη μετάβαση στην απόλυτη πολιτισμική κατάρρευση.
Από αυτή την πλέον αρκετά προφανή συστημική ώθηση προς την αυτοκαταστροφή προκύπτει η ζωτική αναγκαιότητα του χειραφετητικού ξεπεράσματος, η οποία αποτελεί, ας πούμε, την τελική επιταγή, με την οποία το καπιταλιστικό καθεστώς περιορισμών πρέπει να παραδοθεί στην ιστορία. Ο αγώνας για συστηματική μεταμόρφωση θα πρέπει επομένως να αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αριστερής πράξης, αντί να χάνεται στους κολακευτικούς επαίνους του ΝΑΤΟ ή του Πούτιν, που ασκούν σήμερα μεγάλα τμήματα της γερμανικής αριστεράς υπό το φως του πολέμου στην Ουκρανία.