Τί είναι ο ιμπεριαλισμός της κρίσης?

Και πώς διαφέρει από τον κλασικό ιμπεριαλισμό προηγούμενων εποχών?

Von Tomasz Konicz / 23. Juni 2022 – Greek Translation 22.03.2026

Ο ιμπεριαλισμός της κρίσης είναι η κρατική επιδίωξη κυριάρχησης -επιτυγχανόμενη μέσω οικονομικών, πολιτικών ή στρατιωτικών μέσων -σε μια εποχή απομείωσης στο αξιοποιητικό προτσές του κεφαλαίου. Οι κρατικές λειτουργίες των κέντρων του παγκόσμιου συστήματος επιδιώκουν κυριάρχηση σε μια συστημική κρίση πυροδοτούμενη από συνεχή κέρδη παραγωγικότητας, η οποία αφενός, κύρια στην περιφέρεια, παράγει περιοχές οικονομικής και οικολογικής ερήμωσης, και αφετέρου, εμποδίζει την ανάδυση ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης στο οποίο μαζική μισθωτή εργασία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην εμπορευματική παραγωγή. Το προτσές της κρίσης συνοδεύεται από αύξηση χρέους γρηγορότερα από την παγκόσμια οικονομική εκροή και οδηγεί στην ανάπτυξη μιας οικονομικά πλεονάζουσας ανθρωπότητας όπως καταδείχθηκε από τις προσφυγικές κρίσεις των προσφάτων ετών.

Αυτό επίσης αναδεικνύει τη θεμελιώδη διαφορά από τον ιμπεριαλισμό των προηγουμένων εποχών, όπως ο τελευταίος έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια μιας ιστορικής φάσης επέκτασης κεφαλαίου -προερχόμενος από την Ευρώπη στον 16ο αιώνα- που οδηγήθηκε ακριβώς από τη μαζικά φονική εκμετάλλευση της εργασίας. Η λεηλασία των πηγών -όπως του χρυσού και του ασημιού της Λατινικής Αμερικής- και η κατοχύρωση νέων αγορών στον παγκόσμιο νότο -ζάχαροκάλαμο, μπαχαρικά κλπ- μπορούσαν μόνο να γίνουν επιτευκτά μέσω της μαζικής εκμετάλλευσης των “χεριών” κάτι που ήταν επί το πλείστον εφικτό μόνο μέσω εξαναγκασμένης εργασίας. Το ίχνος αίματος που αφέθηκε πίσω από αυτήν την ιμπεριαλιστική επέκταση του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος που ενέταξε όλο και πιο νέες περιφερειακές περιοχές στην παγκόσμια αγορά, συχνά με στρατιωτική βία, ποικιλλούσα από τη γενοκτονία των ιθαγενών της λατινικής και κεντρικής Αμερικής μέσω του ατλαντικού τριγωνικού εμπορίου Αφρικανών σκλάβων ή μέσω της εκμετάλλευσης της Ινδίας από τη Βρετανική Αυτοκρατορία, ως τις θηριωδίες του βελγικού ιμπεριαλισμού στο Κονγκό του ύστερου 19ου αιώνα οι οποίες ακόμη έχουν επιπτώσεις σήμερα, όταν η μη τήρηση των ποσοστώσεων καουτσούκ από τους εργάτες εξαναγκασμένης εργασίας είχε ως αποτέλεσμα σοβαρούς ακρωτηριασμούς -όπως το κόψιμο χεριών.

Η έσχατη στρατιωτική επεκτατική τάση των ιμπεριαλιστικών κρατών είναι μια επίπτωση της καπιταλιστικής προσταγής πολλαπλασιασμού των κερδών, όπου οι ιμπεριαλιστικές τάσεις μπορούν να αδράξουν τη στιγμή ακριβώς ως αντίδραση στις εσωτερικές αντιφάσεις του προτσές κερδοφορίας: η υπερσυσώρευση του κεφαλαίου αποζητά επένδυση, οι αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις που πρόκειται να μετριαστούν μέσω της αποικιοποίησης, ή της ζήτησης του κεφαλαίου για ακατέργαστα υλικά και πηγές ενέργειας που δεν μπορούν να εξαχθούν εγχώρια, συχνά δελεάζουν τα κράτη που κατέχουν επαρκή μέσα ισχύος ώστε να εμπλακούν σε αποκρίνουσες μορφές ιμπεριαλιστικής επέκτασης.

Ακολούθως στον 20ο αιώνα όπου ο Ψυχρός Πόλεμος οδήγησε σε επικράτηση άτυπων ιμπεριαλιστικών πρακτικών -όπου εξαρτημένα, πρώην κυρίαρχα καθεστώτα εγκαταστάθηκαν στην περιφέρεια μέσω οικονομικής πίεσης ή μέσω οδηγημένων από τη νοημοσύνη πραξικοπημάτων- στον 21ο αιώνα σε αλληλεπίδραση με την αυτοκρατορική κάθοδο των ΗΠΑ και τις αυξανόμενες τάσεις προς κρατική και κοινωνική αποσύνθεση στην περιφέρεια μορφές άμεσης ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας καθίστανται επικρατούσες. Αυτό επιφέρει επίσης τον κίνδυνο μειζόνων πολέμων διεξαγομένων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών φορέων μεγάλης ισχύος.

Το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα κατά τη διάρκεια της φάσης επέκτασής του χαρακτηρίσθηκε από ηγεμονικούς κύκλους στους οποίους ενάς φορέας ιμπεριαλιστικής μεγάλης ισχύος μπορούσε να πετύχει μια ηγεμονική θέση γινόμενη ανεκτή τουλάχιστον προσωρινά από ανταγωνιζόμενους φορείς ισχύος. Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίσθηκε από ένα βρετανικό ηγεμονικό κύκλο, ο 20ος από έναν ΗΠΑ-ηγεμονικό κύκλο βιομηχανικής ανόδου και πτώσης. Οι αυξανόμενες στρατιωτικές συγκρούσεις εκφράζουν την πτώση της ΗΠΑ-ηγεμονίας, καθώς η κοινωνικο-οικολογική κρίση του κεφαλαίου εμποδίζει την ανάδυση ενός νέου φορέα ηγεμονικής ισχύος.

Η Κίνα, εγκλωβισμένη σε έναν παγκόσμιο ηγεμονικό αγώνα με την Ουάσιγκτον, είναι ανίκανη να διαδεχθεί τις ΗΠΑ ως “παγκόσμιος αστυφύλακας” λόγω της αυξανόμενης εγχώριας αναταραχής προκαλούμενης από την κρίση (χρέος και κρίσεις στο real estate). Η τρέχουσα φάση κλιμακούμενων στρατιωτικών συγκρούησεων κατ’ αυτόν τον τρόπο φωτίζει μια αιματηρή, πραγματική σάτιρα της ρητορικής περί μιας “πολυπολικής παγκόσμιας τάξης” απαιτουμένης από όλους τους αυτοκρατορικούς αντιπάλους των κατερχόμενων ΗΠΑ. Η συστημική κρίση εμποδίζει την οικοδόμηση ενός μοναδικού ηγεμόνα, με πολλά κρατικά σύνολα να συνεχίζουν τις τελικά μάταιες απόπειρές τους να γίνουν τόσο ισχυρά όσο οι ΗΠΑ -και η διάβρωση της ΗΠΑ-ηγεμονίας παρέχει σε αυτά το απαραίτητο περιθώριο για τις δικές τους στρατιωτικές περιπέτειες. Επιπρόσθετα, οι αυξανόμενες εσωτερικές αντιφάσεις για ακόμη μια φορά πυροδοτούν την τάση για αυτοκρατορική επέκταση (πχ. Ρωσία, Τουρκία).

Μια κεντρική, συγκεκριμένη διαφορά από την ιμπεριαλιστική επιδίωξη για κυριάρχηση στους προηγούμενους αιώνες ερείδεται επί του γεγονότος ότι το κυνήγι για αγορές και “χέρια” τα οποία θα μπορούσαν να τύχουν εκμετάλλευσης μέσω της εξαναγκασμένης ένταξης στην παγκόσμια αγορά, πλέον κυριολεκτικά δεν παίζει ρόλο λόγω της προαναφερθείσας συστημικής κρίσης υπερπαραγωγής στο παγκοσμιοποιημένο παγκόσμιο σύστημα. Η ιμπεριαλιστική επιδίωξη για επέκταση στον υστερο-καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό της κρίσης του 21ου αιώνα μετατρέπεται σε προσπάθειες απομόνωσης του εαυτού από τις οικονομικά πλεονάζουσες μάζες της περιφέρειας -εξ ίσιου στην “Ευρώπη φρούριο” και στις ΗΠΑ. Απ’ αυτήν την άποψη, η επέκταση κατ’ αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται σε απομόνωση των κέντρων από την περιφέρεια που επίσης δεν παίζει ρόλο ως αγορά πωλήσεων.

Η καταρρέουσα περιφέρεια, με τα αποτυχημένα κράτη της, τώρα παίζει μόνο ρόλο ως πάροχος ακατέργαστων υλικών εντός του πλαισίου του εξορυκτισμού -αυτό επίσης εδράζεται στις αποσυντιθέμενες μορφές του άτυπου ιμπεριαλισμού του 20ου αιώνα, καθώς τοπικές μετα-κρατικές δομές ισχύος (πολιτοφυλακές, συμμορίες, σέχτες κλπ) οργανώνουν την εξόρυξη ακατέργαστων υλικών ανεξάρτητα -για παράδειγμα, στην εξόρυξη κοβαλτίου στο Κονγκό- και μετά τα παρέχουν στην παγκόσμια αγορά μέσω παράνομων καναλιών και ενδιάμεσων. Στρατιωτικά, τα κέντρα επιδρούν με αυτές τις περιοχές καμένης-γης μόνο εντός του συγκειμένου των “πολέμων για παγκόσμια τάξη” (Robert Kurz) εντος των οποίων η περιφέρεια είτε σταθεροποιείται μέσω διαδικασιών οικοδόμησης κράτους (“οικοδόμησης έθνους”) ή ελαχιστοποιείται στρατιωτικά ως μιας ενοχλητική συνιστώσα. Η παγκόσμια εκστρατεία ντρόουνς του πρώην “παγκόσμιου αστυφύλακα” ΗΠΑ στον “πόλεμο ενάντια στον τρόμο”, ή οι -μονίμως αποτυχημένες- επεμβάσεις της δύσης στο Αφγανιστάν και στη Σομαλία εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία του αυτοκρατορικού αγώνα κυνηγιού ανεμόμυλων των κέντρων εναντίον των κοινωνικών επιπτώσεων της -προερχόμενης από τα κέντρα- συστημικής κρίσης στην περιφέρεια.

Έτσι, η τρέχουσα εποχή του ιμπεριαλισμού της κρίσης χαρακτηρίζεται από την αλληλεπίδραση μεταξή της κρατικής επιδίωξης για κυριάρχηση και του προτσές κρίσης του κεφαλαίου το οποίο εκθέτει μια αγοραία-διαμεσολαβούμενη, φετιχιστική δυναμική τροφοδοτούμενη από τις εσωτερικές αντιφάσεις του κεφαλαίου (οι οποίες στον αγοραίο ανταγωνισμό τείνουν να απαλλάσονται από την ίδια την ουσία τους, την παραγωγική της αξίας εργασία). Οι λειτουργικές ελίτ των κρατικών συνόλων βρίσκουν εαυτούς εκτεθειμένους στις συνέπειες της κρίσης που εκδιπλώνεται μέσω της αγοράς “πίσω από τις πλάτες των παραγωγών” (Marx) ως από μια εξώτερη, φυσική δύναμη, λες κι οι αυξανόμενες αντιφάσεις και διαστρεβλώσεις (χρέος, κοινωνική διάβρωση, οικονομικές και περιβαλλοντικές κρίσεις κλπ.) είναι ένα ασυνείδητο προϊόν των υποκειμένων της αγοράς στην επιδίωξή τους για τη μέγιστη αξιοποίηση κεφαλαίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το κεφάλαιο έχει παράξει μια κοινωνική μορφοποίηση/σχηματισμό που δεν μπορεί να ελέγχξει αυτή την τυφλά εκδιπλούμενη δυναμική και τελικά οδηγείται από αυτήν σε κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.

Ο κατά συνέπεια κρατικά-οδηγούμενος ανταγωνισμός για έλεγχο των κρίσεων, από τη συστημική κρίση υπερπαραγωγής συνεπακόλουθα οδηγεί στην ανάπτυξη ενός οικονομικά γειωμένου ιμπεριαλισμού που επιδιώκει όσο το δυνατό υψηλότερα εμπορικά πλεονάσματα. Αυτά τα εμπορικά πλεονάσματα εξάγουν την κρίση υπερπαραγωγής μαζί με τη συνδεόμενη πίεση να επισωρευθεί χρέος, σε χώρες που υφίστανται όλο και πιο αυξανόμενα ελλείμματα. Η Ομοσπονδιακή Ρεπούμπλικα (της Γερμανίας) ήτο ιδιαίτερα επιτυχής αναφορικά με αυτό μετά την εισαγωγή του ευρώ. Η πολιτική κυριαρχία της ΟΔΓ εντός της ευρωζώνης είχε ως αποτέλεσμα ακριβώς ακραία γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα μεταξύ της εισαγωγής του ευρώ και της κρίσης του ευρώ η οποία οδήγησε στην κρίση χρέους στη νότια Ευρώπη και στην αποβιομηχάνιση στις χρεωμένες χώρες, ενώ η βιομηχανική βάση της εξαγωγικής βιομηχανίας της Γερμανίας παρέμεινε ανέπαφη. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης του ευρώ ο γερμανός Υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε ήταν ικανός να επιβάλει μονομερώς τις συνέπειες των σπαζόμενων ευρωπαϊκών φουσκών χρέους που είχαν συνοδευθεί με γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα, στις χτυπημένες από την κρίση χώρες, στη μορφή πολιτικών αυστηρής λιτότητας κατά τη διάρκεια πυρετώδικων πολιτικών μαχών. Αυτό διεύρυνε το οικονομικό χάσμα μεταξύ του Βερολίνου και της ευρωζώνης “του” -και τσιμένταρε την αξίωση της Γερμανίας για ηγεσία, καθώς κράτη, όπως η Ελλάδα, που είχαν ξεμείνει από χρηματοδοτήσεις, υπέφεραν σημαντικές απώλειες κυριαρχίας. Ο αυξανόμενος προστατευτισμός των πρόσφατων χρόνων, που έχει καταστεί ανοιχτά εμφανής κατά τη διάρκεια της διοίκησης Τραμπ, είναι ακριβώς μια αντίδραση στην κρισιακά οδηγούμενη τάση να πετύχουν τα υψηλότερα πιθανά εμπορικά πλεονάσματα. Πριν τους ανοιχτούς εμπορικούς πολέμους που ο Τραμπ προκάλεσε λόγω της διευρυμένης αποβιομηχάνισης των ΗΠΑ, αρκετές χώρες αποπειράθηκαν να βελτιώσουν τα εμπορικά ισοζύγιά τους μέσω ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων.

Το αντικειμενικό προτσές κρίσης του κεφαλαίου έτσι εκδιπλώνεται μέσω κρισιακά ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων μεταξύ των κρατικών υποκειμένων -αυτή η εκτέλεση της κρισιακής δυναμικής με μέσα οικονομικών, γεωπολιτικών, νοημοσύνης ή στρατιωτικών αγώνων ισχύος είναι ο αντικειμενικός πυρήνας της κρισιακά ιμπεριαλιστικής πράξης. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τα διαβρωμένα κέντρα (όπως στη νότια Ευρώπη) αλλά επίσης και για την περιφέρεια του παγκόσμιου συστήματος, όπου το προτσές της κρίσης έχει χωρήσει περαιτέρω και η εξαπλωμένη κοινωνική αποσύνθεση μετασχηματίζεται σε κρατική πτώση. Οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις σε Συρία και Λιβύη που ακολούθησαν την “Αραβική Άνοιξη” όπου αποτυχημένα καθεστώτα νεωτερικοποίησης, αποσυντιθέμενα σε κλεπτοκρατίες, βρήκαν εαυτούς να απειλούνται από απελπισμένες εξεγέρσεις, ξεκάθαρα καταδεικνύουν πως οι κρισιακά-επιβαλλόμενες αναστατώσεις δημιουργούν συγκεκριμένα το χώρο για αυτοκρατορικές επεμβάσεις. Οι κοινωνικές εντάσεις στο μετα-σοβιετικό χώρο, όπου η ηγεμονία της Ρωσίας ραγδαία διαβρώθηκε ως το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, επέδρασαν στην άνοδο μιας παρόμοιας δυναμικής διαμαρτυρίας, εξέγερσης και εξωτερικής επέμβασης. Η Ρωσία του Πούτιν επέλεξε να διεξάγει έναν πόλεμο επιθετικότητας εναντίον της Ουκρανίας ακριβώς υπό την επίδραση των εξεγέρσεων σε Λευκορωσία και Καζακστάν.

Κάποιες φορές, κράτη με αυτοκρατορικές φιλοδοξίες εργαλειοποιούν ευθέως τις συνέπειες των κρίσεων -η ισλαμοφασιστική Τουρκία του Ερντογάν, για παράδειγμα, χρησιμοποίησε τους πρόσφυγικές ροές στην ΕΕ ως μοχλό για να αποσπάσει παραχωρήσεις και χρήμα από τις Βρυξέλες και το Βερολίνο. Η Άγκυρα επίσης δικαιολογεί την ιμπεριαλιστική επέκταση στη βόρεια Συρία και στο βόρειο Ιράκ ισχυριζόμενη ότι θέλει να συγκεντρώσει πρόσφυγες σε αυτές τις περιοχές στο μέλλον. Έτσι, ο ιμπεριαλισμός δεν πρέπει μόνο να κατανοείται ως ιδεολογικός και πρακτικός πρόδρομος στις φασιστικές υπερβολές -το ίδιο προτσές επίσης λαμβάνει χώρα στην τρέχουσα συστημική κρίση.

Οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις για κυριάρχηση επίσης επιδρούν με την οικολογική κρίση του κεφαλαίου, που, λόγω του εξαναγκασμού του για ανάπτυξη, είναι ανίκανο να εγκαταστήσει μια πηγή -και μια φιλική στο κλίμα αναπαραγωγή της ανθρωπότητας. Αυτό συμπεριλαμβάνει, για παράδειγμα, τις εντάσεις στο μακρινό βορά, στην Αρκτική, όπου οι πάγοι που λιώνουν ραγδαίως διανοίγουν νέες διαδρομές ναυτιλίας και καθιστούν νέα κοιτάσματα ορυκτών καυσίμων προσβάσιμα -κοιτάσματα επί των οποίων τα όμορα κράτη της Ρωσίας, των ΗΠΑ, Καναδά και ΕΕ φιλονικούν. Η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και δύσης επί της Ουκρανίας η οποία ξεκίνησε στα 2013 ως ένας αγώνας μεταξύ ανταγωνιζόμενων οικονομικών σφαιρών (η ΕΕ και οι ΗΠΑ εναντίον της προτεινόμενης “Ευρασιατικής Ενώσεως” του Πούτιν) τώρα έχει επίσης ένα συστατικό κλιματικής πολιτικής. Η Ουκρανία κατέχει πολύ εύφορα εδάφη μαύρων γαιών τα οποία εν όψει των αυξανόμενων ελείψεων τροφής σχετιζόμενων με το κλίμα και των επιβαλλόμενων κρίσεων λιμού, αποκτούν αξία ραγδαίως ως γεωπολιτικός μοχλός ισχύος -η τροφή μπορεί να γίνει το πετρέλαιο του 21ου αιώνα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κρίση οδηγεί τα υστερο-καπιταλιστικά κρατικά τέρατα σε αντιπαράθεση εξ ίσου στις οικονομικές και οικολογικές διαστάσεις της. Γι’ αυτό ο ιμπεριαλισμός της κρίσης ομοιάζει -για να μείνουμε με μια εικόνα της κλιματικής κρίσης- σε έναν αγώνα επιβίωσης σε ένα παγόβουνο που λιώνει, ή σε μια μάχη στο βυθιζόμενο Τιτανικό. Από τη στιγμή κατά την οποία η κοινωνικο-οικολογική συστημική κρίση δεν μπορεί να επιλυθεί εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού παγκόσμιου συτσήματος, ο ιμπεριαλισμός της κρίσης κορυφώνεται σε ένα μεγάλο πόλεμο, που, λόγω της καταστροφικής δυνητικότητας συσσωρευόμενης στον ύστερο καπιταλισμό, θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Χωρίς μια χειραφετηρική συστημική μεταμόρφωση, η πολιτισμική κατάρρευση επαπειλείται, κορυφωμένη σε κλιματική καταστροφή και πυρηνικό πόλεμο.

Nach oben scrollen