Το λαϊκιστικό αδιέξοδο της κρίσης

Ο οπισθοδρομικός αριστερός λαϊκισμός έχει ήδη περάσει το απόγειό του.

Σχόλιο / Του Τόμας Κόνιτς / 2 Απριλίου 2026

Ο οπισθοδρομικός αριστερός λαϊκισμός έχει ήδη περάσει το απόγειό του. Μια σύντομη αναφορά στο υπόβαθρο των ηττών που υπέστη το Κόμμα της Αριστεράς στις εκλογές των ομόσπονδων κρατιδίων της Βάδης-Βυρτεμβέργης και της Ρηνανίας-Παλατινάτου.

02.04.2026 Πού βρίσκονται λοιπόν τώρα οι ταξικά συνειδητοποιημένες μάζες, με τη λαχτάρα τους για κοινωνική θαλπωρή και δικαιοσύνη, για τον λαϊκιστικό «αγώνα για το νερό του τσαγιού» και για μια πιο γερή γουλιά από το μπουκάλι του συνδικαλισμού; Αν λάβουμε ως μέτρο τα αποτελέσματα των δύο τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων στα ομόσπονδα κρατίδια, τότε αυτές οι μάζες, τις οποίες ο γερμανικός αριστερός λαϊκισμός διατείνεται ότι εκπροσωπεί, αντιστοιχούν σε λιγότερο από το πέντε τοις εκατό του εκλογικού σώματος. Και στις δύο αυτές αναμετρήσεις, το Κόμμα της Αριστεράς έμεινε κάτω από το όριο του πέντε τοις εκατό.

Το «Κόμμα της Αριστεράς» (Die Linke – PdL) μπόρεσε, κατά τις προεκλογικές εκστρατείες στα δύο κρατίδια, να ακολουθήσει σχεδόν ανεμπόδιστα την οπισθοδρομική λαϊκιστική γραμμή του, η οποία έχει πλέον καταστεί ηγεμονική στη γερμανική Αριστερά (βλ. «Όλοι γίνονται Βάγκενκνεχτ»).1 Πριν από τις εκλογές δεν σημειώθηκαν σημαντικές συγκρούσεις γύρω από τη γενική πολιτική κατεύθυνση. Σχεδόν όλοι τραβούσαν από κοινού το ίδιο λαϊκιστικό σκοινί: αναδιανομή από τα πάνω προς τα κάτω, επιστροφή στο κοινωνικό κράτος του 20ού αιώνα, κριτική στην κοινωνική διαίρεση κ.ο.κ.

Στον πυρήνα του, το πολιτικό φάσμα της οπισθοδρομικής Αριστεράς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελείται από αυτόν τον σοσιαλδημοκρατικό λαϊκισμό, καθώς και από παραδοσιακές οργανώσεις της παλαιάς Αριστεράς, όπως οι μαρξιστικές-λενινιστικές. Για τις τελευταίες, όμως, αυτή η οπισθοδρόμηση στον 20ό αιώνα δεν φτάνει αρκετά πίσω. Απαιτούν περισσότερη ταξική πάλη κατά το πρότυπο του 19ου αιώνα και έναν σκληρότερο «αγώνα για το νερό του τσαγιού». Όταν αυτό το παλαιοαριστερό φάσμα επικρίνει την πολιτική της PdL, της καταλογίζει ένα και μόνο πράγμα: ότι δεν προχωρεί αρκετά μακριά στον δρόμο του λαϊκισμού.

Ωστόσο, η γενική πορεία αυτού του αναχρονιστικού συρμού δεν αμφισβητήθηκε. Επικρατούσε σε μεγάλο βαθμό ανακωχή ανάμεσα, αφενός, στον ψευδολαϊκισμό της PdL, ο οποίος έχει το βλέμμα στραμμένο σε αξιώματα και κυβερνητικές συμμετοχές και τον οποίο το ίδιο το κόμμα απαρνείται με την πρώτη ευκαιρία, και, αφετέρου, στα παλαιοκομμουνιστικά πολιτικά φρικιά που βρίσκονται στις παρυφές της γερμανικής μετα-Αριστεράς.

Οι εκλογικές πανωλεθρίες στη Βάδη-Βυρτεμβέργη και στη Ρηνανία-Παλατινάτο δεν μπορούν, επομένως, να αποδοθούν σε έλλειψη ενότητας, σε εσωτερικές αντιπαραθέσεις ή σε κάτι ανάλογο. Είναι αποτέλεσμα της ίδιας της λαϊκιστικής γραμμής της PdL. Η κοινωνική δημαγωγία του «Κόμματος της Αριστεράς» προσέκρουσε, πολύ απλά, στην ίδια της τη λαϊκιστική αξίωση. Ο ψευδοαριστερός αυτός λαϊκισμός διατεινόταν ότι θα λειτουργούσε ως φωνή των χειμαζόμενων μαζών — και οι ίδιες αυτές μάζες τον απέρριψαν στην κάλπη.

Μετά τις εκλογές άρχισε η συνηθισμένη προσπάθεια της κομματικής ηγεσίας να ωραιοποιήσει τα αποτελέσματα. Αυτονόητα, δεν έβλεπε κανέναν λόγο να καταφύγει σε κάτι τόσο πεζό όσο η αυτοκριτική. Ο επικεφαλής του κόμματος, βαν Άκεν, ο οποίος πριν από τις εκλογές προέβλεπε διψήφια ποσοστά για το εκχυδαϊσμένο από τον λαϊκισμό κόμμα του,2 εμφανιζόταν ξαφνικά ικανοποιημένος από τα πενιχρά αποτελέσματα της PdL, μολονότι δεν επαρκούσαν για την είσοδό της στα δύο κοινοβούλια.3 Σύμφωνα με τον ίδιο, το «Κόμμα της Αριστεράς» είχε αυξήσει τα ποσοστά του σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές στα δύο κρατίδια, πριν από πέντε χρόνια.

Πρόκειται, βεβαίως, για μια εξαιρετικά επιλεκτική θεώρηση. Η πιο πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση και στα δύο ομόσπονδα κρατίδια είχε πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο των ομοσπονδιακών βουλευτικών εκλογών του 2025. Τότε η PdL είχε περάσει με άνεση το όριο του πέντε τοις εκατό τόσο στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, όπου απέσπασε 6,8%, όσο και στη Ρηνανία-Παλατινάτο, όπου έλαβε 6,5%. Με τη λαϊκιστική της γραμμή, η PdL έχει ήδη πάρει την κατιούσα. Μέσα σε έναν μόλις χρόνο έπεσε κάτω από το όριο του πέντε τοις εκατό. Η οπισθοδρόμηση έχει ήδη περάσει το απόγειό της.

Μια πολύ ιδιαίτερη μορφή ηλιθιότητας

Κι όμως, εκείνο που κατέστησε δυνατή την εκλογική επιτυχία του «Κόμματος της Αριστεράς» το 2025 ήταν ο αντιφασισμός. Όχι ο τυφλός απέναντι στην κρίση, οπισθοδρομικός λαϊκισμός, ο οποίος, εν μέσω μιας έκδηλης συστημικής κρίσης, δεν κάνει στην πράξη τίποτε άλλο από το να επιδίδεται σε κοινωνική δημαγωγία (βλ. σχετικά: «Λαϊκισμός για φτωχούς»).4

Η απότομη άνοδος της δημοτικότητας της PdL σημειώθηκε μετά τη φλογερή ομιλία της προβεβλημένης κομματικής φυσιογνωμίας Χάιντι Ράιχιννεκ κατά της παραβίασης ενός πολιτικού ταμπού από τη CDU του Φρίντριχ Μερτς. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, η CDU είχε για πρώτη φορά συμπράξει εμμέσως με την AfD. Η ομιλία συγκέντρωσε εκατομμύρια προβολές στο TikTok —το οποίο τότε βρισκόταν ακόμη σε κινεζικά χέρια—,5 και το κόμμα μπόρεσε έτσι, πάνω σε ένα κύμα αντιφασιστικής αγανάκτησης, να εισέλθει στην Μπούντεσταγκ.

Η κοινωνική δημαγωγία της PdL δεν είχε επομένως αποφέρει ποτέ εκλογική επιτυχία. Την προτιμούν απλώς οι κυρίαρχες οπορτουνιστικές κλίκες στο εσωτερικό του κόμματος, επειδή προσφέρεται για την οικοδόμηση σοσιαλδημοκρατικών σταδιοδρομιών. Ο αντιφασισμός πέρασε, ως εκ τούτου, πολύ γρήγορα στο περιθώριο. Αντίθετα, η ηγεσία επέδειξε τη σιδηρά της βούληση να συμμετάσχει στη διαχείριση της κρίσης.6 Αυτό φάνηκε στον ρόλο της PdL κατά την εκλογή του καγκελαρίου, στην προθυμία της να δεχθεί αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης και, τέλος, στην υπερψήφιση της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του κυβερνητικού συνασπισμού.

Η Χάιντι Ράιχιννεκ διευκόλυνε, «για το καλό της χώρας», την εσπευσμένη εκλογή του Μερτς στην καγκελαρία, μολονότι προηγουμένως τον είχε χαρακτηρίσει «δεκανίκι της AfD».7 Η Ίνες Σβέρντνερ, από την πλευρά της, δεν απέκλειε την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης.8 Όλα αυτά τα έκαναν οι «λαϊκιστές» της PdL χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος πολιτικής σκοπιμότητας, χωρίς καμία προοπτική συμμετοχής σε κυβέρνηση και μόνο από μια ακατανίκητη παρόρμηση να συμπράξουν. Δεν ήταν όμως πρωτίστως αυτός ο ακραίος οπορτουνισμός, που κατέληγε να αυτοϋπονομεύεται, εκείνος που εγκαινίασε την ολοένα σαφέστερη παρακμή της PdL.

Η κοινωνική δημαγωγία χάνει την ελκτική της δύναμη. Στον πυρήνα της συνίσταται στο να λέει στους ανθρώπους γλυκά ψέματα για την επιστροφή στο κοινωνικό κράτος, ενώ κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον δυνατό μέσα στην έκδηλη συστημική κρίση. Ο λαϊκισμός της PdL κατόρθωσε να καταστεί ηγεμονικός στο εσωτερικό της γερμανικής Αριστεράς επειδή, κατά την αρχική φάση εκδήλωσης της κρίσης, ανταποκρινόταν σε ιδεολογικές και ταυτοτικές ανάγκες. Οι ανάγκες αυτές έχουν πλέον σχεδόν εκλείψει από τον ευρύτερο πληθυσμό.

Οι τάσεις αυτές μπορούν να συνοψιστούν στην έννοια της οπισθοδρόμησης. Πρόκειται για την ανορθολογική παρόρμηση να αγνοηθεί η συστημική κρίση στην οποία βρίσκεται ο ύστερος καπιταλισμός, ώστε να μπορέσουν να διατηρηθούν οι παλιές ψευδοαλήθειες και οι παλιές αριστερές ταυτότητες που διαμορφώθηκαν από τον καπιταλισμό.

Η συστημική κρίση, η οποία διαλύει ακόμη και τις παγιωμένες αριστερές ταυτότητες, μπορούσε έτσι να παραβλέπεται. Η Αριστερά μπορούσε —κινούμενη παράλληλα με τον φασισμό— να χάνεται μέσα σε παλιές, απλές αλήθειες και απλοϊκά εχθρικά στερεότυπα, στον φετιχισμό της ταξικής πάλης και στη μανιακή αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων και των συμφερόντων που τους αποδίδονται. Όλα αυτά αντί να αναμετρηθεί με τις κλιμακούμενες αντιφάσεις του συστήματος και να αντιληφθεί τον αναπόφευκτο μετασχηματισμό του (βλ. σχετικά: «Η μεγάλη οπισθοδρόμηση»).9

Η Αριστερά εμφανίστηκε επομένως όχι ως εναλλακτική απέναντι στο ίδιο το σύστημα, αλλά ως ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνιστής του φασισμού. Στις ψευδείς «απλές αλήθειες» της Δεξιάς αντέταξε αριστερές «απλές (μισές) αλήθειες». Στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων από τη Δεξιά απάντησε κατασκευάζοντας τους δικούς της αποδιοπομπαίους τράγους. Στον κοινωνικό δαρβινισμό αντέταξε το κοινωνικό κράτος, και ούτω καθεξής.

Στην επιστροφή στην παλιά καλή εποχή της φυλετικής καθαρότητας, την οποία προπαγανδίζει ο φασισμός, απάντησε με την επιδιωκόμενη επιστροφή στον παλιό καλό ταξικό αγώνα, στην κοινωνική οικονομία της αγοράς και στην εκ νέου προσήλωση στην εργατική τάξη. Παραβλέπει όμως ότι ο αναδυόμενος παουπερισμός αποτελεί συνέπεια της αποσύνθεσης, υπό την επίδραση της κρίσης, της τάξης των μισθωτών. Δεν αποτελεί —όπως τον 18ο αιώνα— στιγμή της συγκρότησής της και της κοινωνικής εξίσωσης που δεν είχε ακόμη επιτευχθεί.

Αυτός ο τυφλός απέναντι στην κρίση ψευδολαϊκισμός αποτελεί, επομένως, τον κοινό παρονομαστή της γερμανικής Αριστεράς που βρίσκεται σε διαδικασία αποσύνθεσης. Μεγάλα τμήματά της μπορούν ήδη να χαρακτηριστούν μετα-Αριστερά. Οι πρακτικές και η ρητορική της στερούνται πλέον σχεδόν κάθε κοινωνικής αναφοράς στην πραγματικότητα της κρίσης.

Ο αριστερός οπορτουνισμός της κρίσης10 μπόρεσε να χρησιμοποιήσει αυτή την αναχρονιστική νοσταλγία για το κοινωνικό κράτος ως όχημα επαγγελματικής ανέλιξης. Η συντηρητική παλαιά Αριστερά, από την πλευρά της, βρήκε σε αυτήν την ιδεολογική και ταυτοτική αυτοεπιβεβαίωση που της επέτρεπε να εξακολουθεί να προσκολλάται στους αναχρονισμούς της.

Τα πολιτικά φρικιά της παλαιάς Αριστεράς και οι καριερολάγνοι οπορτουνιστές αποτελούν επομένως τις δύο μεγάλες δυνάμεις του γερμανικού λαϊκισμού. Τις συμπληρώνει η συνήθης ανοησία των αριστερών σνομπ της μεσαίας τάξης. Αυτή συγκροτεί το ψευδοδιανοητικό εποικοδόμημα του αναχρονιστικού αυτού συρμού.

Ο λαϊκισμός αυτός έχει, παρεμπιπτόντως, δημιουργήσει πλέον μια γενιά «αριστερών του θυμικού». Αυτοί ενίοτε ενσωματώνονται πλήρως στη δεξιά ηγεμονία και υιοθετούν τα νοητικά της σχήματα και το λεξιλόγιό της, χωρίς καν να είναι πλέον σε θέση να τα υποβάλουν σε κριτικό αναστοχασμό.

Συνοψίζοντας: το μοναδικό συγκεκριμένο συμφέρον εξουσίας που βρίσκεται στη βάση του γερμανικού ψευδολαϊκισμού είναι ο οπορτουνισμός της κρίσης (βλ. σχετικά: «Ο αριστερός συντελεστής βλακείας»).11 Όλα τα υπόλοιπα είναι οπισθοδρόμηση. Μόνο που, δεδομένης της πολύ προχωρημένης δυναμικής της κρίσης, με αυτή την πραμάτεια δεν κερδίζει πλέον κανείς τίποτε στην ιδεολογική αγορά της πολιτικής.

Η εκλογική βάση της PdL που ανταποκρίνεται σε αυτόν τον λαϊκισμό πρέπει να πληροί πολύ ιδιαίτερες προϋποθέσεις. Πρέπει να είναι οικονομικά αδαής και τυφλή απέναντι στην κρίση, ώστε να μπορεί να παρερμηνεύει την έκδηλη συστημική κρίση ως απλή κρίση κατανομής του πλούτου. Αυτή η οπισθοδρομική άγνοια της κρίσης πρέπει, επιπλέον, να συνδυάζεται με μια ορισμένη αντίσταση στον αυταρχισμό και στην απροκάλυπτη μνησικακία που εκφράζει ο αντίπαλος δεξιός λαϊκισμός.

Οι ψηφοφόροι του «Κόμματος της Αριστεράς» πρέπει επίσης να πιστεύουν ότι το κόμμα θα επιχειρήσει πράγματι να υλοποιήσει τις λαϊκιστικές του υποσχέσεις. Κι αυτό, ενώ η PdL τις πετά με χαρακτηριστική ευκολία στη θάλασσα ακόμη και όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση.12 Με την πολιτική της πρόταση, λοιπόν, η PdL απευθύνεται σε μια πολύ ιδιαίτερη μορφή ηλιθιότητας —σε έναν περιθωριακό και εξαιρετικά συγκεκριμένο τύπο άγνοιας της κρίσης— και ιδού πώς καταλήγουμε σε εκλογική απήχηση κάτω από το πέντε τοις εκατό.

Αυτό που πραγματικά εκδηλώνεται σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο στην προφασιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι η μαζική και γενικευμένη υποταγή στην ολοένα σκληρότερη διαχείριση της κρίσης. Η κρίση προσλαμβάνεται με τρόπο αναγωγικό. Υποτίθεται ότι μπορεί να ξεπεραστεί με την προσαρμογή, τις στερήσεις, το συνηθισμένο «σφίξιμο του ζωναριού» και την ολοκληρωτική υποταγή στις διαρκώς αυξανόμενες, εξαιτίας της κρίσης, απαιτήσεις της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Με αυτόν τον τρόπο στρώνεται ο δρόμος προς τον φασισμό, αφού η συνταγή αυτή δεν πρόκειται πλέον να λειτουργήσει.

Η φάση της οπισθοδρόμησης και της αντιδραστικής νοσταλγίας για την «παλιά καλή εποχή», στην οποία στηρίζεται ο λαϊκισμός της PdL, έχει προ πολλού σαρωθεί από τη δυναμική της κρίσης. Η Δεξιά δίνει μια αυταρχική απάντηση στη συστημική κρίση. Η Αριστερά, αντίθετα, αγνοεί την ίδια την κρίση από οπορτουνισμό και ιδεολογική τύφλωση.

Τα μετα-αριστερά δεκανίκια του φασισμού

Εκείνη που ενισχύθηκε πραγματικά στις εκλογές της Βάδης-Βυρτεμβέργης και της Ρηνανίας-Παλατινάτου ήταν, επομένως, η AfD. Στη δυτική Γερμανία καταγράφει πλέον ποσοστά αντίστοιχα με εκείνα που επιτυγχάνει στην ανατολική. Και μάλιστα παρά τη λαϊκιστική ρητορική της PdL υπέρ του κοινωνικού κράτους και της αναδιανομής.

Αυτό οφείλεται επίσης στην εκτεταμένη ηγεμονία που έχει ήδη κατακτήσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία η φασιστική ιδεολογία της κρίσης, με την έμμεση συνδρομή της PdL και της γερμανικής παλαιάς Αριστεράς. Ηγεμονία σημαίνει, στην προκειμένη περίπτωση, ότι η φασιστική ιδεολογία της κρίσης έχει ήδη προδιαμορφώσει τόσο το πλαίσιο του δημόσιου λόγου όσο και τις ιδεολογικές και κοσμοθεωρητικές βάσεις της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Η φασιστική ηγεμονία απορρέει από το απλό γεγονός ότι ο φασισμός αποτελεί μια καπιταλιστική ιδεολογία της κρίσης. Σε αντίδραση στις διαδοχικές εξάρσεις της κρίσης, θέτει σε εφαρμογή έναν «εξτρεμισμό του κέντρου». Στο πλαίσιό του, οι ιδεολογίες και οι ταυτότητες που κυριαρχούν στο κέντρο της μαστιζόμενης από την κρίση κοινωνίας ωθούνται στα κοσμοθεωρητικά τους άκρα (βλ. σχετικά: «Ο φασισμός στον 21ο αιώνα»).

Στον ύστερο καπιταλισμό, αυτές οι ιδεολογίες και ταυτότητες ήταν ο νεοφιλελευθερισμός μαζί με τον κοινωνικό δαρβινισμό, καθώς και η εθνική ταυτότητα υπό τη μορφή ενός εθνικισμού προσανατολισμένου στην ανταγωνιστικότητα της χώρας ως οικονομικής έδρας.

Γιατί λοιπόν, μέσα στην έκδηλη συστημική κρίση, οι ανασφαλείς ψηφοφόροι προτιμούν τον δεξιό λαϊκισμό της AfD από τον αριστερό λαϊκισμό της PdL;

Επειδή ο δεξιός λαϊκισμός παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ιδεολογική και ταυτοτική συνέχεια με τον νεοφιλελευθερισμό και την εθνική ταυτότητα.

Δεν απαιτείται εδώ καμία ρήξη. Δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθούν οι γνώριμες ιδεολογικές ράγες. Η AfD είναι το πραγματικό εργατικό κόμμα,14 επειδή προσφέρει στους μισθωτούς, υπό την οικονομική τους λειτουργία ως μεταβλητό κεφάλαιο, απλές λύσεις: ο ξένος ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας πρέπει να εξαφανιστεί· πρέπει να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλέψουμε σκληρά, για να ξανασταθούμε στα πόδια μας· και ούτω καθεξής.

Ο φετιχισμός της εργασίας και ο ρατσιστικά φορτισμένος ανταγωνισμός μέσα στην κρίση είναι ήδη πανταχού παρόντες.15 Απλώς εντείνονται. Οι ομάδες που η Δεξιά παρουσιάζει ως εχθρούς είναι κοινωνικά αδύναμες. Η αντιπαράθεση μαζί τους δεν ενέχει, επομένως, κανέναν κίνδυνο.

Αντίθετα, η Αριστερά προσφέρει ως λύση την ταξική πάλη στον συχνά αυταρχικά προσανατολισμένο Γερμανό εργάτη, ο οποίος ενδέχεται εδώ και καιρό να θεωρεί τον εαυτό του μέλος της μεσαίας τάξης. Τον καλεί, δηλαδή, να αναλάβει έναν επικίνδυνο αγώνα εναντίον κοινωνικά ισχυρών ομάδων. Τι άραγε θα επιλέξει στην κάλπη ο πειθήνιος στην εξουσία Γερμανός πολίτης, που φοβάται τη συστημική κρίση επειδή αδυνατεί να την κατανοήσει;

Άλλωστε, η Δεξιά περιγράφει ρητά την κρίση ως κρίση αξιοποίησης του κεφαλαίου και απαιτεί εντονότερη, αυταρχική υποταγή στο καθεστώς του κεφαλαίου. Η παλαιά Αριστερά, αντίθετα, εξακολουθεί να κηρύσσει την απλή αναδιανομή, τη στιγμή που το σύστημα περνά σε φάση ανοιχτής αποσύνθεσης. Όποιος διαθέτει στοιχειώδη κρίση αντιλαμβάνεται ήδη ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια συστημική κρίση. Χωρίς ριζοσπαστική κριτική και χωρίς ρήξη με τις θεμελιώδεις κατηγορίες του κεφαλαίου, ο δεξιός «εξτρεμισμός του κέντρου» θα επικρατήσει αναπόφευκτα.

Μέσα στο πλαίσιο της υστεροκαπιταλιστικής ιδεολογίας, η οποία εκβαρβαρίζεται υπό την πίεση της κρίσης, τα ψεύδη της Δεξιάς φαίνονται πιο πιστευτά από τις αναχρονιστικές αριστερές φαντασιώσεις περί επιστροφής στο «κοινωνικό κράτος» ή περί ενός «επαναστατικού υποκειμένου», το οποίο η Αριστερά φαντασιώνεται ότι εντοπίζει ακριβώς στο μεταβλητό κεφάλαιο.

Αντί να εμπλέκεται σε έναν δημαγωγικό διαγωνισμό ψεύδους με τον φασισμό, η μόνη εναπομένουσα δυνατότητα να ανακοπεί η φασιστική δυναμική θα ήταν η κατά μέτωπο αναμέτρηση με την κοινωνική πραγματικότητα της κρίσης και η ανοιχτή ανάδειξή της. Τι θα λέγατε, για αλλαγή, για λίγη συγκεκριμένη αλήθεια αντί για κοινωνική δημαγωγία; Για την αλήθεια που σήμερα όλοι αισθάνονται ή τουλάχιστον διαισθάνονται:

Το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται σε μια αναπόφευκτη κρίση. Δεν υπάρχει καμία ενδοκαπιταλιστική διέξοδος. Ο μετασχηματισμός του συστήματος είναι αναπόφευκτος.

Αυτή τη στιγμή έχουμε, από τη μία πλευρά, μια λαϊκιστική και συντηρητική μετα-Αριστερά, η οποία γαντζώνεται από τους θεσμούς, τις ταυτότητες και τις μορφές του καπιταλιστικού συστήματος του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Από την άλλη, έχουμε μια επιθετικά προελαύνουσα Δεξιά, η οποία ωθεί τη διαδικασία του μετασχηματισμού προς τη βαρβαρότητα που αντιπροσωπεύει η φασιστική ψευδοεναλλακτική.

Το πρώτο βήμα θα ήταν, επομένως, να ειπωθεί ανοιχτά αυτή η απλή και κοινώς γνωστή αλήθεια. Να πούμε, δηλαδή, τα πράγματα με το όνομά τους και να καταστήσουμε θεμέλιο της αριστερής πράξης τον αγώνα για την κατεύθυνση που θα λάβει ο ήδη συντελούμενος μετασχηματισμός.

Όμως, και εδώ πλέον τα αστεία τελειώνουν, ο λαϊκισμός της PdL, μαζί με την παλαιοαριστερή ουρά του, καταπολέμησε με τον πλέον αποφασιστικό τρόπο κάθε ριζοσπαστική θεωρία της κρίσης και κάθε κατηγοριακή κριτική του κεφαλαίου. Και πέτυχε, σε μεγάλο βαθμό, να τις περιθωριοποιήσει. Η εθελοτυφλία της γερμανικής Αριστεράς απέναντι στην κρίση είναι σήμερα περισσότερο διαδεδομένη απ’ ό,τι πριν από λίγα μόλις χρόνια.

Μόνο ένας αποφασιστικός αγώνας για να δοθεί χειραφετητική κατεύθυνση στον μετασχηματισμό θα μπορούσε ενδεχομένως να ανακόψει τον φασισμό στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εφόσον δεν υπάρχει κανένα «επαναστατικό υποκείμενο», αποφασιστική σημασία θα είχε η ευρεία διαμόρφωση μιας ριζοσπαστικής συνείδησης της κρίσης, ικανής να συλλαμβάνει κριτικά τον πραγματικό χαρακτήρα της.

Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση με την κυρίαρχη ιδεολογία και με τη μνησικακία που αυτή καλλιεργεί. Όχι με την τροποποίηση και την αναπαραγωγή τους, όπως κάνει ο λαϊκισμός. Όπως ήδη υποδηλώθηκε, το «Κόμμα της Αριστεράς» έχει σαμποτάρει επιτυχώς τη διαμόρφωση μιας τέτοιας ριζοσπαστικής συνείδησης της κρίσης.

Καταρχάς, η λαϊκιστική γραμμή της PdL συνοδεύεται από υποταγή στη δεξιά ηγεμονία. Η υποταγή αυτή επιλέχθηκε συνειδητά, βάσει οπορτουνιστικών και εκλογικών υπολογισμών. Η συνθηκολόγηση με την προφασιστική ηγεμονία διατυπώθηκε το 2024 σε ένα κείμενο στρατηγικής του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ (RLS). Σε αυτό εντοπίζονταν ορισμένα «αριστερά ζητήματα που προκαλούν αντιδράσεις», τα οποία θα έπρεπε να αποφεύγονται, ώστε να μην τρομάξουν οι δυνητικοί ψηφοφόροι της Δεξιάς.

Και ποια είναι αυτά τα ζητήματα; Για παράδειγμα, το θέμα των «αλλόκοτων μειονοτήτων», κατά τη διατύπωση της Βάγκενκνεχτ, ή η καπιταλιστική κλιματική κρίση. Προπαντός, να μην ενοχληθεί κανείς: αυτό είναι το σύνθημα του γερμανικού «αριστερού λαϊκισμού».

Οι ίδιοι σνομπ της μεσαίας τάξης στο Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, που αρέσκονται να παρεμβάλλουν πού και πού κανένα παράθεμα του Γκράμσι στην κενή αερολογία τους, συρραμμένη από κλεμμένα κομμάτια, απέρριψαν συνειδητά τον στρατηγικό αντιφασιστικό αγώνα για την ηγεμονία. Το έκαναν επειδή προσδοκούσαν να αποκομίσουν βραχυπρόθεσμα εκλογικά οφέλη.

Αυτό ακριβώς είναι το βρόμικο μυστικό του λαϊκισμού: ακόμη και εν μέσω μιας πραγματικής συστημικής κρίσης, δεν αντιπαρατίθεται στο ίδιο το σύστημα. Προσανατολίζεται στη διαμορφωμένη από την πολιτιστική βιομηχανία «λαϊκή γνώμη», δηλαδή στην ψευδή ιδεολογική επίφαση της κοινωνίας. Δεν αντιπαραθέτει σε αυτή την επίφαση τη σκληρή και άβολη πραγματικότητα της κρίσης.

Ο ψευδολαϊκισμός της PdL18 προετοίμασε επομένως, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, το έδαφος για τη φασιστική ηγεμονία. Η κοινωνική πραγματικότητα, και συγκεκριμένα η συστημική κρίση , το αρχιμήδειο σημείο που θα μπορούσε να εκτροχιάσει ακόμη και τη φασιστική ιδεολογία της κρίσης, παραμερίστηκε προς όφελος της οπισθοδρόμησης και του οπορτουνισμού.

Αυτό ισχύει ιδίως για την κλιματική πολιτική. Πουθενά δεν καθίσταται σαφέστερη η γυμνή αναγκαιότητα επιβίωσης που επιβάλλει την υπέρβαση του κεφαλαίου απ’ ό,τι στην εξελισσόμενη καπιταλιστική κλιματική κρίση. Και πουθενά δεν είναι ευκολότερο το πέρασμα στη ριζοσπαστική κριτική του κεφαλαίου απ’ ό,τι μέσα από τη συνειδητοποίηση ότι η διαδικασία αξιοποίησής του είναι ασύμβατη με τους οικολογικούς όρους επιβίωσης της ανθρωπότητας.

Πουθενά επίσης δεν έγινε σαφέστερος ο χαρακτήρας του αριστερού λαϊκισμού ως μορφής ενδοκαπιταλιστικής διαχείρισης της κρίσης απ’ ό,τι στις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του κλιματικού κινήματος. Οι λαϊκιστές της PdL υπονόμευσαν συνειδητά το κίνημα και ανέκοψαν τη ριζοσπαστική δυναμική του (βλ. «Η λέξη-ταμπού “κλιματική δικαιοσύνη”»).

Ήταν το συνηθισμένο τροπάρι: η κλιματική κρίση μεταβαπτίστηκε ψευδώς από συστημική κρίση σε απλή κρίση κατανομής του πλούτου, επειδή έπρεπε να αποφεύγονται όσα ενδέχεται να προκαλέσουν αντιδράσεις. Το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή ο Γερμανός εργάτης, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν ψηφίζει την PdL αλλά την AfD, δεν έπρεπε τάχα να καθυστερεί στη δουλειά του εξαιτίας των ακτιβιστών του κλίματος που κολλούν στο οδόστρωμα. Διαφορετικά, θα ένιωθε ότι τον «προκαλούν» και θα ψήφιζε AfD, και ούτω καθεξής.21 Οι καταναγκασμοί του συστήματος, ντυμένοι με «προλεταριακή» περιβολή, επιστρατεύθηκαν ιδεολογικά εναντίον της συνειδητοποίησης της συστημικής κρίσης.

Στο μεταξύ, ο λαϊκισμός της PdL, η οποία στην πράξη κατέστησε ηγεμονικό έναν εκχυδαϊζόμενο και αναχρονιστικό σοσιαλδημοκρατισμό, λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός περιφρούρησης στο εσωτερικό της Αριστεράς. Αναχαιτίζει και περιθωριοποιεί τόσο τη ριζοσπαστική κριτική όσο και τη διαμόρφωση μιας ριζοσπαστικής συνείδησης της κρίσης. Η λειτουργία αυτή εξηγεί άλλωστε και την ενσωμάτωση της PdL στον πολιτικό μηχανισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.22

Φαντάζει σχεδόν παράλογο ότι ο αστικός πολιτικός μηχανισμός εξακολουθεί να μπορεί να ασκεί έναν τέτοιο ιδεολογικό έλεγχο. Οι κλίκες του μετα-αριστερού ψευδολαϊκισμού της PdL, οι οποίες εποφθαλμιούν αξιώματα και ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης, καταφέρνουν ακόμη και μέσα στην έκδηλη συστημική κρίση που έχει πλέον κατακλύσει πλήρως την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία να σαμποτάρουν, με την οπισθοδρομική ανοησία τους, τη διαμόρφωση μιας ριζοσπαστικής συνείδησης της κρίσης. Και το κάνουν μέσα στο ίδιο το πολιτικό στρατόπεδο που, από ιστορική άποψη, είχε θέσει ως διακηρυγμένο σκοπό του τη χειραφετητική υπέρβαση αυτού του συστήματος.

Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί λόγο να αποκαρδιωθούμε, να καταθέσουμε τα όπλα ή να αποτραβηχτούμε πικραμένοι στο περιθώριο. Η παρακμή της PdL, η οποία τώρα αρχίζει, θα τερματίσει τη νεκρική ησυχία που είχε επιβάλει ο λαϊκισμός και θα πυροδοτήσει τις αντίστοιχες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Έστω και μόνο επειδή θα υπάρχουν πλέον λιγότερα προς διανομή.

Η εξέλιξη αυτή θα ανοίξει ρήγματα. Θα δημιουργήσει τη δυνατότητα να διασπαστεί αυτό το ολέθριο λαϊκιστικό και οπισθοδρομικό μέτωπο και να περάσουν στην αντεπίθεση η ριζοσπαστική θεωρία της κρίσης και η μετασχηματιστική πράξη.

Nach oben scrollen