Έτοιμο ή όχι, εδώ έρχεται

Η καπιταλιστική συστημική κρίση εισέρχεται τώρα στο στάδιο έκδηλης εμφάνισής της στα κέντρα του παγκόσμιου συστήματος – μπορούν τα απομεινάρια της αριστεράς να κατευθύνουν ακόμα την επικείμενη μεταμορφωτική διαδικασία προς μια χειραφετητική κατεύθυνση;

17 Σεπτεμβρίου 2026

από τον Tomasz Konicz

Υπάρχει μια θεμελιακή προϋπόθεση για τη χειραφετητική πράξη εντός της εξελισσόμενης παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, η οποία απλά δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί: Πρέπει να ενημερωθούν οι άνθρωποι για το τι πραγματικά συμβαίνει. Αυτό, που οι περισσότεροι άνθρωποι υποψιάζονται ή αισθάνονται αόριστα, πρέπει να κατονομαστεί με σαφήνεια και να γίνει το θεμέλιο των κοινωνικών κινημάτων και αγώνων: Ο καπιταλισμός βρίσκεται στο τέλος του – και μέσα στην αγωνία του, απειλεί να σύρει την ανθρωπότητα στην άβυσσο, στερώντας της τα κοινωνικά και οικολογικά της θεμέλια. Το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα φτάνει στα εσωτερικά και εξωτερικά του όρια ανάπτυξης. Οι οικονομικές και κλιματικές κρίσεις είναι απλώς δύο στιγμές στην ίδια διαδικασία κρίσης, στην οποία η απεριόριστη αναπτυξιακή προσταγή του κεφαλαίου – η προσπάθεια να βγάλει περισσότερο χρήμα από το χρήμα μέσω της εκμετάλλευσης της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή – παράγει έναν οικολογικά κατεστραμμένο κόσμο και μια οικονομικά περιττή ανθρωπότητα.

Είναι επομένως απαραίτητο να αναζητήσουμε συνειδητά τρόπους εξόδου από τον καπιταλισμό, ο οποίος μαστίζεται από κρίσεις και καταστροφές μέσω της κοινωνικής πάλης και του πολιτικού λόγου, καθώς ο κόσμος απειλεί να βυθιστεί στη βαρβαρότητα. Η υπέρβαση του καπιταλιστικού συστήματος είναι επομένως η κατευθυντήρια αρχή όλων των αριστερών πρακτικών προσπαθειών. Οι κοινωνικοί αγώνες, οι διαμαρτυρίες και τα κινήματα πρέπει επομένως να γίνονται κατανοητά και να διεξάγονται ως συστατικά ενός μεταμορφωτικού αγώνα για μια μετακαπιταλιστική κοινωνία. Αυτό – η υπέρβαση της παγκοσμίως αχαλίνωτης προσταγής του καπιταλισμού – είναι το απόλυτο ελάχιστο, η conditio sine qua non [νομικός-φιλοσοφικός όρος για μια ελάχιστη συνθήκη, εκ των ων ουκ άνευ, σημείωση του συντάκτη] οποιασδήποτε πολιτισμικής ανάπτυξης στον 21ο αιώνα.

Το να λέμε την αλήθεια σημαίνει επομένως να προσδιορίζουμε με σαφήνεια την υπέρβαση του καταρρέοντος καπιταλισμού ως πολιτισμική αναγκαιότητα για επιβίωση. Κάθε προοδευτική πρακτική πρέπει να προσανατολίζεται σε αυτήν την πραγματικότητα της συστημικής μεταμόρφωσης. Και ακριβώς, αυτή η επιμονή στην αναγκαιότητα της χειραφετητικής συστημικής μεταμόρφωσης εκπροσωπεί επίσης τη σαφή διαχωριστική γραμμή προς τον αριστερό οπορτουνισμό – προς την προσπάθεια να κάνουν γρήγορα καριέρα ως διαχειριστές κρίσεων μέσω δημαγωγίας εν μέσω κρίσης, όπως ασκείται, για παράδειγμα, από τους DSA (Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής) ή από το “Αριστερό Κόμμα” με το λαϊκισμό του. Οργανώσεις ή κινήματα, τα οποία δεν αντιλαμβάνονται την κρίση και ήταν πρώην αριστερά, μπορούν επομένως να περιγραφούν αποτελεσματικά ως μετα-αριστερά – ακόμη και αν εξακολουθούν να θεωρούν τους εαυτούς τους αριστερά.

Η υπέρβαση του κεφαλαίου σε ιστορία αντιπροσωπεύει την απόλυτη προσταγή του καπιταλισμού. Κάθε ομάδα ή κόμμα, που αυτοαποκαλείται αριστερό και κηρύττει σταδιακή αλλαγή, χωρίς να αντιμετωπίζει ρητά τη συστημική κρίση και χωρίς να τονίζει την αναγκαιότητα της συστημικής μεταμόρφωσης, είναι, στην πραγματικότητα, οπορτουνιστικό, αν όχι αντιδραστικό. Στην κλιμακούμενη συστημική κρίση, δεν υπάρχει πλέον καμία πιθανότητα εφαρμογής μεταρρυθμιστικών πολιτικών, οι οποίες θα ήταν “επιτυχημένες”, καθώς οι ολοένα και πιο έντονες διαταραχές της κρίσης απλώς εμποδίζουν. Η προοδευτική, χειραφετητική πρακτική μπορεί να εκδιπλωθεί μόνο μέσω της προσπάθειας να διασφαλιστεί μια προοδευτική πορεία για την αναπόφευκτη συστημική μεταμόρφωση. Αυτός δεν είναι αριστερός “ριζοσπαστισμός”, αλλά μάλλον ένας πραγματισμός, που γεννιέται από την κατανόηση της φύσης της κρίσης. Η κρίση εκτυλίσσεται ως μια φετιχιστική, ανεξέλεγκτη διαδικασία μέσω της κοινωνίας, με τη διαμεσολάβηση του ανταγωνισμού και της αγοράς, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις και οι υπολογισμοί όσων έχουν παγιδευτεί στον καπιταλιστικό κυκεώνα.

Δεν πρόκειται για διαγωνισμό δημοφιλίας: ακόμη κι αν οι μισθωτοί αρνηθούν να το αναγνωρίσουν, ακόμη κι αν όλα τα σχετικά τμήματα του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένης της εργατικής τάξης, προσκολληθούν στον καπιταλισμό, το σύστημα θα καταρρεύσει κάτω από τις δικές του εσωτερικές αντιφάσεις. Τι ακολουθεί, ωστόσο, μένει να φανεί – και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να διεξαχθεί ο αγώνας, ο αγώνας για μεταμόρφωση. Η κατάβαση στη βαρβαρότητα κατά τη διάρκεια της επικείμενης, ανοιχτής μεταμορφωτικής διαδικασίας μπορεί να αποτραπεί μόνο από ένα χειραφετητικό κίνημα, εάν αυτή η αναταραχή καταστεί αντικείμενο κοινωνικού αναστοχασμού, κατανοηθεί και διαμορφωθεί συνειδητά στο πλαίσιο του εξίσου αναπόφευκτου μεταμορφωτικού αγώνα. Για να το πετύχει αυτό, η αριστερά, βασιζόμενη στη ριζοσπαστική κρισιακή θεωρία, πρέπει πρώτα να πει στους ανθρώπους τι πραγματικά συμβαίνει. Αυτή είναι η προϋπόθεση για κάθε πρακτική χειραφετητικής μεταμόρφωσης. Διαφορετικά, η προσίδια φετιχιστική δυναμική του κεφαλαίου θα καταστήσει τον κόσμο ακατοίκητο. Και επειδή πράγματι δεν υπάρχει επαναστατικό υποκείμενο -καμία τάξη από μόνη της δε μπορεί να λειτουργήσει ως επαναστατικό υποκείμενο λόγω της θέσης της στη διαδικασία παραγωγής- μόνο η ελπίδα απομένει για την ανάπτυξη μιας ριζοσπαστικής κρισιακής συνείδησης στον πληθυσμό, που θα χρησιμεύσει ως βάση ενός κινήματος χειραφετητικής μεταμόρφωσης.

Ο Φετιχισμός του Κεφαλαίου

Τι είναι, όμως, το κεφάλαιο; Τι πρέπει να μετατραπεί σε ιστορία, πριν η κατάρρευσή του σύρει την ανθρωπότητα στην άβυσσο; Είναι το χρήμα, το οποίο παράγει περισσότερο χρήμα μέσω της μισθωτής εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή — η εργασία είναι το μόνο εμπόρευμα που δημιουργεί περισσότερη αξία από ό,τι αξίζει. Το κεφάλαιο πρέπει να νοηθεί ως μια κοινωνική σχέση, από την οποία η κοινωνία περνάει ως ένα απλό μεταβατικό στάδιο στην απεριόριστη κερδοφορία μέσω της εμπορευματικής παραγωγής. Μόνο μέσα σε αυτή τη διαδικασία αξιοποίησης — στην καύση πόρων μέσω της εργασίας με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους — πρέπει οι άνθρωποι ή τα πράγματα να γίνουν κεφάλαιο. Το κεφάλαιο, σε όλες τις κοινωνικές και οικολογικές αντιφάσεις του, είναι επομένως και μια πραγματική αφαίρεση, η οποία υφίσταται έναν μετασχηματισμό στη μορφή του από χρήμα σε εμπόρευμα και τελικά σε περισσότερο χρήμα σε κάθε κύκλο αξιοποίησης.

Το κεφάλαιο δημιουργεί τη δική του δυναμική σε κοινωνική και παγκόσμια κλίμακα: τον κοινωνικό φετιχισμό. Η καταστροφική δυναμική της συσσώρευσης κεφαλαίου, η οποία παράγεται ασυνείδητα από τους συμμετέχοντες στην αγορά – “πίσω από την πλάτη τους”, καθώς διαμεσολαβείται από την αγορά – εμφανίζεται ως ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο εκτυλίσσεται μέσα στην κοινωνία. Αυτός ο φετιχισμός γίνεται ιδιαίτερα εμφανής κατά τη διάρκεια κρίσεων, όταν η “οικονομία” ξαφνικά βρίσκεται σε κατάσταση αστάθειας και σε “καταιγίδες κρίσης”, ή όταν “σεισμοί της αγοράς” καταστρέφουν ολόκληρες περιοχές κοινωνικοοικονομικά – όπως ακριβώς τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Το αίσθημα ότι βρίσκεται κανείς στο έλεος σχεδόν φυσικών, ανώνυμων και συντριπτικών δυνάμεων γίνεται τότε εμφανές. Το ίδιο είναι εμφανές και στην κλιματική κρίση – η οποία επηρεάζει ολοένα και περισσότερο την ίδια τη συσσώρευση κεφαλαίου. Αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί, επομένως, είναι αυτή η τυφλά εκτυλισσόμενη κίνηση αξιοποίησης του κεφαλαίου, το οποίο καταστρέφει τόσο την ανθρώπινη κοινωνία όσο και τα οικοσυστήματα. Αυτός ο καταστροφικός φετιχισμός πρέπει να αντικατασταθεί από μια συνειδητή κατανόηση μεταξύ των μελών της κοινωνίας σχετικά με τη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Με την κρίση του κεφαλαίου, καταρρέουν και οι θεσμοί και οι κοινωνικές δομές που ιστορικά παρήγαγε. Επομένως, η μετακαπιταλιστική κοινωνική αναπαραγωγή δεν μπορεί να λάβει τη μορφή “εθνικοποίησης”, όπως την φαντασιώνονται οι ορθόδοξοι αριστεροί, καθώς το κράτος, υπό την ιδιότητά του ως “ιδεώδης συλλογικός καπιταλιστής”, είναι ένας ιστορικά εξελιγμένος, απαραίτητος θεσμός του καπιταλισμού, που πρέπει να χρηματοδοτείται από το κεφάλαιο μέσω φόρων. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο πολλά υπερχρεωμένα περιφερειακά κράτη κατέπεσαν σε “αποτυχημένα κράτη” ήδη από τη δεκαετία του 1990, όταν η διαδικασία της κρίσης είχε φτάσει σε ένα ορισμένο στάδιο ωριμότητας. Το κράτος δεν είναι η λύση, αλλά μέρος του προβλήματος. Οι προσπάθειες απόδειξης της αξίας εκάστου ατόμου σε αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες, σε επιχειρήσεις ή σε αγροτικές κοινότητες στην αγορά, η οποία μαστίζεται από την κρίση, αντιπροσωπεύουν ένα ακόμη αδιέξοδο, καθώς οι δυνάμεις της αγοράς αναπόφευκτα επικρατούν, παρά την αυτοδιαχείριση. Έτσι, διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη της κοινωνίας, παγιδευμένης στο κεφαλαιακό φετίχ.

Χειραφέτηση και Απόδραση από την Καπιταλιστική Φυλακή της Σκέψης

Η έννοια της χειραφέτησης προέρχεται επίσης από το φετιχισμό του κεφαλαίου – είναι μια χειραφέτηση από τον κοινωνικό φετιχισμό, δηλαδή από τον “ετερογενή προσδιορισμό” των υποκειμένων από τις κοινωνικές δυναμικές, τις οποίες αυτά τα ίδια τα υποκείμενα παράγουν ασυνείδητα μέσω της διαμεσολάβησης της αγοράς. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο από ένα κίνημα, που έχει επίγνωση της δικής του κατάστασης, επίγνωση της κρίσης που βιώνει αυτή τη στιγμή. Μόνο μέσω ενός συνειδητού αγώνα για ένα μετακαπιταλιστικό μέλλον, που προκύπτει από την κατανόηση της αναγκαιότητας, θα μπορούσαν να αναδυθούν στιγμές χειραφέτησης. Κατά συνέπεια, υπάρχει ένα αξίωμα πολιτικής πρακτικής, που τα χειραφετητικά κινήματα, ομάδες ή κόμματα του 21ου αιώνα πρέπει να ακολουθούν, εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να λειτουργούν ως προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις στην τρέχουσα εποχή αναταραχής και κρίσης, και να μην εκφυλιστούν σε ένα δεξιό, μετααριστερό κίνημα. Ο καπιταλισμός πρέπει να καταργηθεί το συντομότερο δυνατό, η καπιταλιστική σχέση πρέπει να καταργηθεί. Όλες οι αριστερές ενέργειες, όλες οι τακτικές, όλες οι προτάσεις μεταρρύθμισης, όλες οι στρατηγικές θα πρέπει να καθοδηγούνται από αυτήν την κατηγορική προσταγή.

Και ο αγώνας για ένα βιώσιμο μετακαπιταλιστικό μέλλον δεν είναι “ριζοσπαστισμός”. Ακριβώς το αντίθετο: η προσκόλληση στις αποσυντιθέμενες μορφές της καπιταλιστικής κοινωνίας, στην αγορά και στο κράτος, οδηγεί στη βαρβαρότητα, στον φασιστικό εξτρεμισμό του κέντρου. Οι επιτυχίες της δεξιάς στην κρίση προκύπτουν ακριβώς από την ικανότητά της να ωθεί περαιτέρω την ιδεολογία, η οποία είναι επικρατούσα στο νεοφιλελεύθερο κέντρο της ύστερης καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως την ανταγωνιστική σκέψη και τον κοινωνικό δαρβινισμό.

Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι το εξής: Σε αυτόν τον ανταγωνισμό, που νομιμοποιείται σε φυλετικά, θρησκευτικά ή εθνικά κριτήρια, δεν υπάρχει ρήξη προς το νεοφιλελευθερισμό και προς την έμμεση εθνικιστική του εστίαση στην εθνική ανταγωνιστικότητα. Το όχι και τόσο κρυφό μυστικό της επιτυχίας της κομφορμιστικής εξέγερσης της Νέας Δεξιάς έγκειται σε αυτές τις ιδεολογικές συνέχειες. Δεν επιχειρεί να απελευθερωθεί από την καπιταλιστική φυλακή της σκέψης και από τους λεγόμενους περιορισμούς της. Αντίθετα, οι αυταρχικές μορφές παραμένουν κολλημένες στο πεπατημένο ιδεολογικό μονοπάτι, που οδηγεί από το νεοφιλελεύθερο κέντρο σε βάρβαρα άκρα. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο η δεξιά πτέρυγα είναι ο κύριος ωφελημένος της τρέχουσας κρίσης. Είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς Ναζί.

Επομένως, κρίσιμη είναι η νοητική απόδραση από την καπιταλιστική φυλακή της σκέψης, που πρέπει να συμβαδίζει με τη χειραφετητική πρακτική, προκειμένου να αποφευχθεί η διολίσθηση σε ένα φασιστικό εξτρεμισμό του κέντρου. Γι‘ αυτό είναι απαραίτητο να λέμε στους ανθρώπους την αλήθεια. Υπό το φως της θανατηφόρας κρίσης του κεφαλαίου, ο αγώνας για ένα βιώσιμο εναλλακτικό σύστημα είναι η μόνη λογική, μετριοπαθής και λογική πορεία δράσης. Η πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί μόνο πέρα από το κεφάλαιο. Και πάλι: αυτό δεν είναι απαραίτητο λόγω της βούλησης των ατόμων ή των διαθέσεων και των συναισθημάτων του πληθυσμού, αλλά επειδή το κεφάλαιο, ως παγκόσμια, φετιχιστική ολότητα, καταρρέει υπό το βάρος του.

Η αίσθηση, ότι το σύστημα βρίσκεται σε σοβαρή κρίση, είναι πανταχού παρούσα. Και οι επιδεινούμενες αναταραχές προκαλούν τη συνήθη αλληλεπίδραση κοινωνικής παρακμής και αυξανόμενου ανταγωνισμού. Ακριβώς, αυτός ο ανταγωνισμός που προκαλείται από την κρίση, τροφοδοτούμενος από το γυμνό ένστικτο επιβίωσης, συμβάλλει στην εμβάθυνση του καπιταλισμού και στην άνοδο της Νέας Δεξιάς – η οποία καλύπτει αυτόν τον ανταγωνισμό κρίσης με ρατσισμό, εθνικισμό, αντισημιτισμό, θρησκευτικό φανατισμό και ούτω καθεξής. Αυτό το ασυνείδητα ασκούμενο ένστικτο επιβίωσης, παγιδευμένο στον κλιμακούμενο καθημερινό ανταγωνισμό της ύστερης καπιταλιστικής κοινωνίας, πρέπει να μετουσιωθεί στο πλαίσιο της χειραφετητικής πρακτικής.

Αυτό αναφέρεται στο συνειδητό αναστοχασμό πάνω στις ασυνείδητες αιτίες της κοινωνικής δράσης, στην προκειμένη περίπτωση, στην αλληλεπίδραση μεταξύ της ανταγωνιστικής σκέψης και των συστημικών διαδικασιών κρίσης. Όπως ακριβώς το τυφλό ένστικτο επιβίωσης των συμμετεχόντων στην αγορά επιταχύνει μόνο τη δυναμική της κρίσης και ανοίγει τις πύλες της βαρβαρότητας, έτσι και ένα αναστοχαστικό συλλογικό ένστικτο επιβίωσης, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα της υπέρβασης του καπιταλισμού σε ολόκληρη την κοινωνία, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ισχυρό κινητήριο παράγοντα για τις χειραφετητικές δυνάμεις στον αγώνα για τη μεταμόρφωση του ύστερου καπιταλισμού. Μια ριζοσπαστική επίγνωση της κρίσης διαθέτει επομένως επίγνωση της αδιαλυτότητας της κοινωνικο-οικολογικής καπιταλιστικής διπλής κρίσης και της συστημικής μεταμόρφωσης ως αναγκαιότητας για την επιβίωση.

Και ακριβώς γι‘ αυτό είναι ζωτικής σημασίας να διαφυλάξουμε αυτή την αντικειμενικά εξελισσόμενη διαδικασία μεταμόρφωσης – στο μέτρο του δυνατού – από την παρακμή σε ιδεολογική αυταπάτη και σε φασιστική βαρβαρότητα, διαδίδοντας μια επαρκή επίγνωση της κρίσης. Ίσως, η επίγνωση μιας βιώσιμης εναλλακτικής λύσης στην κλιματική και στην κεφαλαιακή κατάρρευση θα μπορούσε να αναπτυχθεί πλήρως μόνο μέσα σε ένα μαχητικό κίνημα. Και σίγουρα δεν υπάρχει έλλειψη συγκρούσεων και αγώνων σε αυτή την επιταχυνόμενη συστημική κρίση.

Ψευδής Αμεσότητα

Αυτά τα κινήματα συχνά κολλάνε στη ψευδή αμεσότητα των άμεσων αιτημάτων τους: Για παράδειγμα, θέλουν μια καλύτερη αναδιανομή του αφηρημένου καπιταλιστικού πλούτου -η αυξανόμενη φτώχεια οδηγεί σε αιτήματα για ένα ισχυρότερο κράτος πρόνοιας -ο πληθωρισμός αντιμετωπίζεται με αιτήματα για τον περιορισμό του μέσω επιδοτήσεων ή ανώτατων ορίων τιμών, κ.λπ. Αυτά τα φαινομενικά “προφανή” αιτήματα, ωστόσο, είναι αναπόφευκτο ότι θα ματαιωθούν από την πραγματικότητα της κρίσης.

Δεδομένου του προχωρημένου σταδίου της κρίσης, φαίνεται αντιπαραγωγικό να ξεκινήσουμε τώρα μια θεμελιακή κριτική με στόχο την οικοδόμηση ενός “νέου” μεταμορφωτικού και χειραφετητικού κινήματος. Δεδομένου του επείγοντος της κατάστασης και των ολοένα και πιο κλειστών ευκαιριών, οι χειραφετητικές δυνάμεις πρέπει να εργαστούν με ό,τι απομένει. Η υποχώρηση στο γυάλινο πύργο του “καθαρού δόγματος” για τη σταδιακή “διάδοση” μιας επαρκούς επίγνωσης της κρίσης εντός της αριστεράς δεν είναι μια βιώσιμη στρατηγική. Αντίθετα, η μόνη πραγματική επιλογή είναι να χρησιμοποιήσουμε τα συνεχώς ανανεούμενα κύματα κρίσης για να προσπαθήσουμε να εντάξουμε άμεσα μια επαρκή επίγνωση της κρίσης στους συναφείς αγώνες.

Οι πιθανότητες για αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα κακές, καθώς ακόμη και ιδεολογικά τυφλωμένες αριστερές ομάδες – για παράδειγμα, αυτές του Πράσινου Κόμματος, του αριστερού-φιλελεύθερου ή του παραδοσιακού μαρξιστικού φάσματος – δύσκολα μπορούν πλέον να αγνοήσουν τις συνέπειες της κρίσης.

Η κρίση είναι ταυτόχρονα φίλος και εχθρός του προοδευτικού κινήματος: Περιορίζει ολοένα και περισσότερο τους χώρους για κοινωνικό διάλογο, τροφοδοτεί τον πανικό και διογκώνει τον δεξιό εξτρεμισμό – αλλά ταυτόχρονα, αναγκάζει όλες τις κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες εξακολουθούν να διαθέτουν κάποια κοινή λογική, να αντιμετωπίσουν την αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής υπέρβασης του καταρρέοντος συστήματος της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η προσπάθεια εισαγωγής μιας επίγνωσης της κρίσης ανάλογης με την αντικειμενική διαδικασία της κρίσης στις τρέχουσες κοινωνικές συγκρούσεις και διαμάχες τελικά ισοδυναμεί με έναν αγώνα ενάντια στη ψευδή αμεσότητα, η οποία χαρακτηρίζει αυτές τις συγκρούσεις. Η ψευδής αμεσότητα αναφέρεται στην τάση των κοινωνικών κινημάτων να παραμένουν ασυνείδητα παγιδευμένα σε τρόπους σκέψης, οι οποίοι αντιστοιχούν στις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες και στις αντιφάσεις, κατά των οποίων υποτίθεται ότι στρέφονται.

Οι άνθρωποι, που παγιδεύονται στις ολοένα και πιο οξυμένες κρίσεις-οδηγούμενες συγκρούσεις, δεν παρασύρονται από κάποιο είδος “επαναστατικού αυτοματισμού”, που θα τους ενσταλάξει μια αντικαπιταλιστική επίγνωση της κρίσης. Το αντίθετο μάλιστα. Εστιάζοντας σε συγκεκριμένους, φαινομενικά εφικτούς στόχους εντός του υπάρχοντος συστήματος, η συστημική τους λογική ενισχύεται, ακόμη και στον αγώνα για την αντιπολίτευση. Ο αγώνας ενάντια στον πληθωρισμό και στην κοινωνική διάβρωση, για υψηλότερους μισθούς ή ενάντια στις περικοπές μισθών, η δονκιχωτική μάχη της αβοήθητης, σοσιαλδημοκρατικοποιημένης αριστεράς ενάντια στην αδιάκοπα προοδευτική διάλυση της δημοκρατίας και της κοινωνικής πρόνοιας: αυτοί οι αγώνες εδραιώνουν τις αντίστοιχες καπιταλιστικές κοινωνικές δομές και μορφές κοινωνικής οργάνωσης εντός των οποίων και για χάρη των οποίων δίνονται οι μάχες. Η εργασία, η αστική δημοκρατία μαζί με τα καπιταλιστικά ευνουχισμένα “πολιτικά δικαιώματα” και το κράτος ως “κράτος πρόνοιας” εδραιώνονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη και μέσα στο κίνημα, που έχει εμπλακεί σε κοινωνικούς αγώνες, σε οιονεί φυσικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης κοινωνίας.

Οι άμεσοι στόχοι, οι οποίοι επιδιώκονται εντός του συστήματος, είναι επομένως “ψευδείς”. Οδηγούν στη διαμόρφωση της προαναφερθείσας ψευδούς αμεσότητας, επειδή, πρώτον, δεν έρχονται σε ρήξη προς τη λογική του συστήματος, το οποίο μαστίζεται από την κρίση, αλλά, αντίθετα, την εδραιώνουν, και δεύτερον, επειδή πρέπει να αγωνιστούν για αυτούς μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία, η οποία καταρρέει, καθιστώντας την υλοποίησή τους εντελώς απατηλή. Μετά την αναπόφευκτη αποτυχία των μεγάλων κοινωνικών αγώνων κατά τη διάρκεια κρίσεων – για παράδειγμα, στη Νότια Ευρώπη μετά το ξέσπασμα της κρίσης του ευρώ – συνήθως εμφανίζεται η παραίτηση και η απάθεια, καθώς αυτά τα κινήματα δεν διέθεταν ακριβώς μια ευρύτερη μεταμορφωτική προοπτική, που θα μπορούσε να προκύψει μόνο από μια επίγνωση της κρίσης επαρκή για τη διαδικασία της κρίσης. Οι δυνάμεις, οι οποίες εμπλέκονται στην αύξηση των κοινωνικών διαμαρτυριών, η οποία προκαλείται από την κρίση γενικά, δε θέλουν να επιτύχουν τίποτα περισσότερο, από αυτό το οποίο αξιώνουν: τον αγώνα για θέσεις εργασίας, για υψηλότερους μισθούς, ενάντια στις κοινωνικές περικοπές, ενάντια στις απώλειες θέσεων εργασίας, ενάντια στη συνεχή διάβρωση των “πολιτικών δικαιωμάτων” κ.λπ.

Φαίνεται παράλογο: Σε περιόδους κρίσης, η αριστερά αγωνίζεται να διατηρήσει τις καπιταλιστικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, οι οποίες διαβρώνονται λόγω της κρίσης. Κι όμως, δεν υπάρχει πραγματιστική εναλλακτική λύση σε αυτούς τους ίδιους αγώνες, καθώς περιλαμβάνουν ως επί το πλείστον λίγο πολύ εμφανείς μορφές του γυμνού αγώνα για επιβίωση. Η καθιέρωση μισθών πείνας, κάτω από το όριο διαβίωσης, προχωρά ακόμη και στα κέντρα της κοινωνίας. Η απώλεια θέσεων εργασίας συνοδεύεται ολοένα και περισσότερο από μια κατάβαση σε απειλητική για τη ζωή φτώχεια. Ο αγώνας ενάντια στη διάβρωση της δημοκρατίας και στην διάχυτη φασιστικοποίηση της Ευρώπης είναι απαραίτητος, προκειμένου να διατηρηθεί ανοιχτό οποιοδήποτε περιθώριο ελιγμών για χειραφετητική πολιτική για όσο το δυνατόν περισσότερο. Όσο το καπιταλιστικό σύστημα επιμένει ως η περιγραφόμενη κοινωνική ολότητα, οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα είναι επίσης αλυσοδεμένες στις μορφές κοινωνικής οργάνωσης, οι οποίες το απαρτίζουν.

Το Ταξίδι ως Προορισμός

Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι αυτές οι δυνάμεις πρέπει να απαιτούν τον κοινωνικο-οικολογικό αγώνα μόνο με αυτές τις μορφές, πόσω μάλλον να τον αντιλαμβάνονται μόνο με αυτές τις μορφές. Επομένως, είναι κρίσιμο με ποια επίγνωση διεξάγονται οι τρέχουσες διαμαρτυρίες και οι αγώνες, ακόμη και αν η συγκεκριμένη πορεία τους αρχικά δε διαφέρει σημαντικά από τους συστημικούς, μεταρρυθμιστικούς αγώνες. Η αντιπαράθεση προς την ιδεολογία της κρίσης, στις απλουστευτικές κριτικές του καπιταλισμού και στη ψευδή αμεσότητα της δράσης, στοχεύει τελικά στην ανάδειξη της μεταμορφωτικής διαδικασίας στην “πολιτική συνείδηση” των κοινωνικών κινημάτων, προκειμένου πρώτα να κατανοηθεί, πώς ασυνείδητα διεξάγεται μεταμορφωτικος αγώνας ως τέτοιος, και στη συνέχεια να διαμορφωθεί ανάλογα. Η Αριστερά πρέπει να είναι η δύναμη, που μεταφέρει αυτή τη ριζοσπαστική επίγνωση της κρίσης στους κοινωνικούς αγώνες – αλλιώς παύει να είναι η Αριστερά και εκφυλίζεται σε μια οπορτουνιστική, αντιδραστική μετα-αριστερά.

Η εστίαση και ο στόχος τέτοιων συνειδητά διεξαγομένων, φαινομενικά έμφυτων στο σύστημα συγκρούσεων (κλιματικοί αγώνες, μισθολογικές διαφορές, αντιφασιστικές διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις κατά της διάβρωσης της δημοκρατίας, αμυντικοί αγώνες κατά των κοινωνικών περικοπών) αλλάζουν μόλις εμποτιστούν με μια μεταμορφωτική συνείδηση· δηλαδή, όταν κατανοηθούν και διαδοθούν ως μια πρώιμη φάση του μεταμορφωτικού αγώνα, ο οποίος ήδη μαίνεται με όλη τη γενοκτονική του βαρβαρότητα στην περιφέρεια. Για να μείνουμε στο παράδειγμα των κοινωνικών διαμαρτυριών: Αντί να υποθέτουμε απλώς ότι οι πλούσιοι πρέπει να πληρώσουν, θα πρέπει να καταστεί σαφές, ότι οι πλούσιοι πρέπει να πληρώσουν για τη μεταμόρφωση – εφόσον το χρήμα εξακολουθεί να έχει αξία και έχει ακόμη και νόημα να διατυπώνεται αυτή η απαίτηση. Το ταξίδι γίνεται ο προορισμός: Η αυτοοργάνωση των ανθρώπων στα αντίστοιχα κινήματα της αντιπολίτευσης θα πρέπει επομένως ήδη να καθοδηγείται από την προσπάθεια καλλιέργειας στιγμών μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνικοποίησης. Η πορεία της προοδευτικής οργάνωσης στους κοινωνικούς αγώνες συμβάλλει έτσι στο στόχο μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας χειραφετημένης από τον φετιχισμό.

Πέρα από τα μέτρα αναδιανομής και απαλλοτρίωσης, θα προκύψει επίσης το ερώτημα: Πώς μπορούν να οργανωθούν η υγειονομική περίθαλψη, τα τρόφιμα, η στέγαση κ.λπ., χωρίς αντίστοιχους οικονομικούς πόρους ή κερδοφόρες θέσεις εργασίας; Το αργότερο, όταν ο πληθωρισμός υποτιμήσει το χρήμα και όλα απειληθούν με κλείσιμο ή συρρίκνωση λόγω έλλειψης κερδοφορίας, η οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής θα τεθεί στην ημερήσια διάταξη σύμφωνα με κριτήρια διαφορετικά από τον καπιταλισμό. Όχι σύμφωνα με το σύνθημα “Πώς μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι συντάξεις;”, αλλά “Πώς μπορεί να οργανωθεί ο υλικός και κοινωνικός πλούτος ώστε οι ηλικιωμένοι να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια;”. Όχι “Πώς μπορούν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας;”, αλλά “Πώς πρέπει να κινητοποιηθούν άνθρωποι και πόροι και τι πρέπει να γίνει για να διασφαλιστεί ότι μπορούν να παρέχονται τρόφιμα, στέγαση, υγειονομική περίθαλψη κ.λπ.;” (και όχι σε επίπεδο πρόνοιας, παραγκουπόλεων ή γκουλάγκ). Είτε η αριστερά εμπλέκεται σε αυτό το ριζοσπαστικό επίπεδο, είτε γίνεται μετα-αριστερά και πρέπει να συμμετάσχει στην εφαρμογή λύσεων, οι οποίες ενυπάρχουν στο σύστημα, και οι οποίες δεν θα οδηγήσουν σε τίποτε άλλο από την τοποθέτηση ηλικιωμένων σε οικονομικά αποδοτικά γκουλάγκ φροντίδας ή απλώς στη θανάτωσή τους με “κοινωνικά αποδεκτό” τρόπο.

Τα αιτήματα και οι οργανωτικές μορφές αντίστασης ενάντια στην επικείμενη κλιματική καταστροφή και στις επιβολές της διαχείρισης κρίσεων πρέπει επομένως να περιέχουν ήδη τις νεοσύστατες μορφές μετακαπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Ο κεντρικός στόχος εδώ θα πρέπει να είναι πρώτα η καθιέρωση των κινημάτων αντιπολίτευσης που ενυπάρχουν στο σύστημα ως ανοιχτοί χώροι για διάλογο – ιδανικά διαδικτυακά. Ο διάλογος για την κρίση, ο οποίος δεν είναι πλέον εφικτός σε κοινωνικό επίπεδο (και ο οποίος σαμποτάρεται από το Αριστερό Κόμμα ή το DSA για οπορτουνιστικούς λόγους), πρέπει τουλάχιστον να διεξάγεται εντός της εναπομένουσας αριστερής αντιπολίτευσης. Επιπλέον, η επιθυμητή μετακαπιταλιστική διαδικασία κατανόησης της κοινωνικής αναπαραγωγής φαίνεται ήδη να αναδύεται στις συζητήσεις για στρατηγικές και για μορφές διαμαρτυρίας. Αυτοί οι χώροι διαλόγου πρέπει επομένως να διατηρούνται ανοιχτοί για όσο το δυνατόν περισσότερο, ακόμη και ενόψει της αυξανόμενης καταστολής. Η ανοιχτή διαδικασία συζήτησης, η οργάνωση και ο συντονισμός της μεταμορφωτικής αντίθεσης – αυτά θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πρόδρομος για μια παγκόσμια, συνειδητή αυτοκατανόηση της παγκόσμιας κοινωνίας σχετικά με την αναπαραγωγή της.

Γι‘ αυτό είναι τόσο απαραίτητη η δημοκρατική πάλη για τη διατήρηση των εναπομεινάντων αστικοδημοκρατικών ελευθεριών για όσο το δυνατόν περισσότερο, προκειμένου να επηρεαστεί η διαδικασία μεταμόρφωσης μέσω μη στρατιωτικών συγκρούσεων για όσο το δυνατόν περισσότερο. Επιπλέον, η αναγκαιότητα της μετάβασης μεταξύ δημοκρατικής πάλης και μαχητικής-στρατιωτικής σύγκρουσης είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Εξαρτάται από το βαθμό εκφασισμού και τις τάσεις αποσύνθεσης του κράτους και της κοινωνίας του. Μια τέτοια ένοπλη πάλη, που μπορεί να επιβληθεί στις χειραφετητικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, αντιπροσωπεύει επίσης μια ήττα. Η ανοιχτή δομή του λόγου, οι προσεγγίσεις στην αυτοδιαχείριση, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα αρχικά στάδια των μελλοντικών κοινωνιών, απειλούν να δώσουν τη θέση τους στις αναγκαιότητες της στρατιωτικής οργάνωσης. Τότε, οι λενινιστικές πρακτικές κατευθυντήριες γραμμές καθίστανται αναπόφευκτες – και απειλείται μια αυταρχική “σοβιετοποίηση” των μετακαπιταλιστικών εναλλακτικών λύσεων.

Ο Κοινός Παρονομαστής

Ωστόσο, δεν πρόκειται πλέον για την επιδιόρθωση του νοσηρού συστήματος, αλλά μάλλον για την εύρεση βέλτιστων τρόπων εξόδου από την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση μέσω συγκεκριμένων αγώνων, ακριβώς επειδή η κατάπτωση του κεφαλαίου στη βαρβαρότητα και στην αποσύνθεση θα σηματοδοτούσε την τελική ήττα της αριστεράς. Η αριστερά πρέπει επομένως να κατανοήσει την κρίση ως μια διαδικασία, που εκτυλίσσεται σε φάσεις, και, κατά συνέπεια, να σκεφτεί με όρους διαδικασιών και εξελίξεων, να αντιληφθεί τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές ως σε κατάσταση αποσύνθεσης, να εντοπίσει τις κρίσιμες αντιφάσεις, και, εν αναμονή των τεράστιων μελλοντικών αναταραχών, να δημιουργήσει τις καλύτερες κοινωνικές συνθήκες, το βέλτιστο σημείο εκκίνησης για τη χειραφετητική μεταμόρφωση. Το ερώτημα τίθεται πάντα πολύ συγκεκριμένα: ποιες πολιτικές δομές, ποιες κοινωνικές μορφοποιήσεις ισχύος θα πρέπει να επικρατήσουν στην επόμενη φάση της κρίσης; Η διαδικασία της κρίσης, που εκτυλίσσεται πίσω από τις πλάτες των υποκειμένων, μπορεί να συναντήσει πολύ διαφορετικά δομημένες ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Μπορούν να είναι ολιγαρχικές, προφασιστικές ή αστικοδημοκρατικές, μάλλον ισότιμες ή ταξικές, εθνικιστικές ή κοσμοπολίτικες, κοσμικές ή θρησκευτικοφασιστικές, και ούτω καθεξής.

Ωστόσο, είναι απαραίτητο να αποφευχθεί μια ιεραρχική ταξινόμηση των αγώνων σε πρωτογενείς και δευτερογενείς αντιφάσεις ταξικής πάλης. Η ταξική πάλη, καθοδηγούμενη από μια ριζοσπαστική επίγνωση της κρίσης, μπορεί να λειτουργήσει ως μια σπερματική μορφή και συστατικό του μεταμορφωτικού αγώνα, όπως ακριβώς και ο αγώνας για το κλίμα. Οι συγκρούσεις ταξικής πάλης επί μισθολογικών διαφορών ή οι κοινωνικές διαμαρτυρίες μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο ως ισότιμος εταίρος με άλλους κοινωνικούς αγώνες, όπως ο αντιφασισμός, ο κλιματικός ακτιβισμός, ο αντιμιλιταρισμός, ο φεμινισμός, η υπεράσπιση της δημοκρατίας, η σεξουαλική αυτοδιάθεση κ.λπ., μέσα σε ένα μεταμορφωτικό κίνημα, ξεπερνώντας έτσι τη ψευδή αίσθηση αμεσότητας, στην πορεία αυτών των συγκρούσεων. Εισάγοντας μια ριζοσπαστική επίγνωση της κρίσης, οι κοινωνικοί αγώνες, οι διαμαρτυρίες ή οι αγώνες αναδιανομής θα γίνονταν στιγμές σε έναν αγώνα μεταμόρφωσης, που θα κλιμακώνονταν πολύ γρήγορα, μόλις διέσχιζαν κοινωνικά ή οικολογικά σημεία καμπής, τα οποία είναι πιθανό να συμπέσουν με αυξανόμενη συχνότητα. Η κρίση, μαζί με τη διαδικασία μεταμόρφωσης, είναι ο κοινός παρονομαστής σχεδόν όλων των κοινωνικών αγώνων, οι οποίοι πρέπει να διεξάγονται ως αγώνες μεταμόρφωσης: Πού οδεύει η δυναμική της κρίσης; Πού εντοπίζονται οι κρίσιμες αντιφάσεις; Ποιες δυνάμεις, ποιοι σχηματισμοί θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια χειραφετητική πορεία μεταμόρφωσης; Η Αριστερά πρέπει να σκέφτεται με όρους διαδικασιών, δυναμικής και αντιφάσεων, αντί να παραμένει κολλημένη στη συνήθη πραγμοποίηση.

Είναι επομένως απαραίτητο, παρ’ όλα τα στοιχεία που επιδεικνύουν το αντίθετο, να αγωνιστούμε, για να διαμορφώσουμε αυτήν την αναπόφευκτη μεταμόρφωση, που αδιαμφισβήτητα θα καταργήσει την τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων, και της οποίας η πορεία και το αποτέλεσμα παραμένουν ανοιχτά, σε ένα συνειδητά ενεργό κίνημα εντός του αγώνα για μεταμόρφωση. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση: Η συστημική μεταμόρφωση είναι αναπόφευκτη. Το κρίσιμο σημείο είναι να την κατευθύνουμε σε μια προοδευτική, χειραφετητική κατεύθυνση – στον αγώνα ενάντια στις δυνάμεις της βαρβαρότητας, για τις οποίες το κεφάλαιο, στην κρίση του, ιδρώνει για άλλη μια φορά.

Αν υπάρχει σήμερα ένα πεδίο μάχης, που θα έπρεπε να έχει προτεραιότητα στην παρούσα φάση της κρίσης, αυτός είναι ένας αντιφασισμός, που επιδιώκει την ευρύτερη δυνατή συμμαχία, καθώς ο φασισμός, ως η ανοιχτά τρομοκρατική μορφή κρίσης, η οποία είναι εγγενής στην καπιταλιστική κυριαρχία, ήδη αναδύεται σαφώς. Το διαμέτωπο, το οποίο εδώ και καιρό εξαπλώνεται εντός της γερμανικής αριστεράς, η Νέα Δεξιά βαθιά συνυφασμένη με το γερμανικό κρατικό μηχανισμό και ο προφασισμός, ο οποίος βρίσκεται σε άνοδο, ήδη αγωνίζονται για να απαντήσουν στην κρίση του κεφαλαίου με μια ακόμη κάθοδο στη βαρβαρότητα.

Nach oben scrollen