Είναι ήδη αργά?

Μπορεί μια καταστροφική κατάρρευση της ευρωζώνης ακόμη να αποφευχθεί και τι θα μπορούσε να γίνει για να την αποτρέψει?

Όποιος θέλει να μελετήσει τον πανικό που αποτυπώνεται στις στήλες των εφημερίδων, καλό θα ήταν αυτή τη στιγμή να διαβάσει όλα τα οικονομικά άρθρα και σχόλια στον ξένο τύπο, τα οποία καλούν την γερμανική κυβέρνηση να σταματήσει το μπλοκάρισμα των χρηματοπιστωτικών πακέτων στήριξης μια για πάντα. Ίσως μια επισκόπηση να ήταν χρήσιμη?

Link: http://marxistreloaded.wordpress.com/2012/06/27/toolate/
Ο δημοφιλής Κεϋνσιανός οικονομολόγος και κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ Paul Krugman παραδέχτηκε στο μεγάλο αναγνωστικό κοινό του, ότι είναι τρομοκρατημένος από τη στάση των Γερμανών πολιτικών απέναντι στην κρίση. Ο προφανώς στενοχωρημένος Krugman γράφει ότι “Το μόνο που μπορεί να πει κανείς είναι Θεέ Μου” στα πλαίσια της ακολουθούμενης γραμμής των Γερμανών πολιτικών οι οποίοι πιστεύουν ακόμα ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα “δημοσιονομικής ανευθυνότητας”. Η επιμονή τους για την επιβολή προγραμμάτων λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρυθμίσεων στις χώρες της Ευρώπης που καταρρέουν κάτω από βάρος της οικονομικής κρίσης, παρέχει μια “τρομακτική εικόνα” διαρκούς ιδεολογικής τύφλωσης. Καθώς το ευρώ πλησιάζει μια κρίσιμη καμπή, λέει ο Krugman, οι αξιωματούχοι στο Βερολίνο ζουν στο Wolkenkuckucksheim . Τελειώνει με το παραιτηθέντος ερώτημα “Αν οι ανώτεροι αξιωματούχοι στην Γερμανία είναι τόσο αποσυνδεμένοι από την πραγματικότητα αυτή την ύστατη στιγμή, τι πιθανότητες έχει η Ευρώπη?”.

Εν τω μεταξύ, οι Financial Times (FT) είναι επίσης της γνώμης ότι ο πανικός είναι μια λογική αντίδραση στην επιδείνωση της δυναμικής της κρίσης. Ο αρθρογράφος των FT Martin Wolf γράφει ότι ο ίδιος μέχρι πρόσφατα δεν είχε ποτέ καταλάβει πραγματικά πως συνέβηκε η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας 1930. Τώρα, πάνω στη βάση της πολιτικής της κρίσης στην ευρωζώνη, έγινε ξεκάθαρο σ’ αυτόν:

Το μόνο που χρειάζεται είναι εύθραυστες οικονομίες, ένα άκαμπτο νομισματικό καθεστώς, έντονη αντιπαράθεση για το τι πρέπει να γίνει, διαδεδομένη πεποίθηση ότι η δυστυχία είναι καλή, μυωπικοί πολιτικοί, αδυναμία συνεργασίας και αποτυχία πρόληψης των γεγονότων.

Ο Wolf λέει ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να εργαστούν για την εξάλειψη του αναδυόμενου πανικού, αλλά η ευρωζώνη έχει αποτύχει ακριβώς σ’ αυτό. Αναφερόμενος στην άρνηση του Βερολίνου να εκδώσει κοινά ευρωπαϊκά δάνεια, ο Wolf προειδοποιεί ότι “Αν οι ικανοί πιστωτές αρνούνται να υποστηρίξουν αυτούς που βρίσκονται υπό πίεση, το σύστημα θα εξαφανιστεί με βεβαιότητα. Κανείς δεν γνωρίζει τι ζημιά θα κάνει αυτό στην παγκόσμια οικονομία.”

Το Economist, ωστόστο, καλεί την καγκελάριο Angela Merkel να εκκινήσει άμεσα τον μηχανισμό χρηματοπιστωτικής στήριξης, γιατί αλλιώς μπορεί να βυθιστεί η παγκόσμια οικονομία. “Εκτός Γερμανίας έχει διαμορφωθεί μια συναίνεση” σχετικά με το τι πρέπει να κάνει το Βερολίνο για να σταθεροποιήσει την ευρωζώνη: μια στροφή από τις πολιτικές προγραμμάτων λιτότητας της κρίσης σε υποστήριξη “οικονομικής ανάπτυξης” και μια τραπεζική ένωση συνοδευόμενη από ευρω-ομόλογα. Αλλά αυτό το “ρεφραίν από την Ουάσινγκτον, το Πεκίνο, (και) το Λονδίνο” προσκρούει σε ώτα κουφών στο Βερολίνο, πιθανότατα επειδή η καγκελάριος Merkel “δεν έχει εξηγήσει ακόμα ποτέ στον γερμανικό λαό γιατί είναι αντιμέτωπος με μια επιλογή ανάμεσα σε μια αποκρουστική ιδέα (την έξωση των ανάξιων εταίρων) και μια καταστροφική πραγματικότητα (το τέλος του ευρώ)”. Ένας λόγος που τόσο πολλοί Γερμανοί είναι αντίθετοι με την ανγνώριση του χρέους ως κοινού, είναι γιατί φαντάζονται (εσφαλμένα) ότι το ευρώ θα επιβιώσει χωρίς αυτήν”.

Η ιταλική οικονομική εφημερίδα Il Sole 24 Ore απηύθυνε επίσης μια δραματική έκκληση για τη σύσταση ευρω-ομολόγων στην Angela Merkel: “Δεν θα πάτε μακριά αν συνεχίζετε να αντιτίθεστε με απάθεια στο θυμό των Ελλήνων και να παραμένετε αναποφάσιστοι μπροστά στην πληγωμένη περηφάνεια των Ισπανών, τους φόβους των Ιταλών και την αγωνία των Γάλλων”. Ο σχολιαστής ισχυρίζεται ότι η Γερμανία δεν θα μπορέσει να ευημερήσει πάνω στα Ευρωπαϊκά οικονομικά ερείπια.

Εν τω μεταξύ, η ραγδαία αυξανόμενες διεθνείς εκκλήσεις στο Βερολίνο να εγκαταλείψει τις επιταγές της λιτότητας και, εσχάτως, να επανεκκινήσει τη διαδικασία χρέους των προηγούμενων δεκαετιών, σημειώνονται ακόμα και στα γερμανικά μέσα, όπως η online έκδοση της die Welt: “Η οικονομία καθιζάνει παντού, η ευρωζώνη απειλείται με κατάρρευση και, αναζητώντας τον ένοχο όλος ο κόσμος δείχνει με το δάκτυλό του τη Γερμανία”.

Ο φαύλος κύκλος της πολιτικής της λιτότητας

Η ευρωζώνη είναι, στην πραγματικότητα, στο χείλος μιας ολικής καταστροφής η οποία θα μπορούσε να παράξει εξαρθρώσεις τόσο άσχημες ώστε να επισκιάσει ακόμα και την Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Πράγματι, είμαστε στα πρόθυρα οικονομικού πανικού. Η πολιτική της κρίσης του Βερολίνου, με στόχο την πανευρωπαϊκή εφαρμογή σκληρών μέτρων λιτότητας και νεοφιλελεύθερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σύμφωνα με το πρότυπο των ίδιων των γερμανικών εργασιακών νόμων Hartz IV, έχει αποτύχει θεαματικά. Η επιταγή της λιτότητας η οποία προωθήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη Γερμανία στη μορφή του European Fiscal Compact, επιτρέπει στην οικονομική κρίση να κλιμακώνεται σε ολοένα και περισσότερες χώρες του ευρώ, οι οποίες στην πραγματικότητα “σώζονται” διαμέσου οικονομικο-κοινωνικής κατάρρευσης.

Σε όλες τις χώρες οι οποίες επηρεάζονται απ’ αυτό, τα αποτελέσματα των πολιτικών λιτότητας είναι παρόμοια: τα μέτρα λιτότητας οδηγούν σε μαζική πτώση της εγχώρειας ζήτησης, προκαλώντας ύφεση και απογείωση της ανεργίας. Αυτό μειώνει τα φορολογικά έσοδα της κυβέρνησης καθώς φέρνει αντιμέτωπη αυτή την κυβέρνηση με υψηλότερες δημόσιες δαπάνες εξαιτίας της αύξησης της ανεργίας. Η οικονομική ύφεση που προκαλείται από τα προγράμματα λιτότητας αυξάνει περαιτέρω το έλλειμμα του εθνικού προϋπολογισμού, το οποίο με τη σειρά του κάνει απαραίτητα νέα προγράμματα λιτότητας, προκαλώντας άλλη μια περιέλιξη στη σπείρα του οικονομικού θανάτου.

Αυτή η βάναυση επιταγή της λιτότητας τραβήχτηκε στα άκρα στην Ελλάδα, όπου η οικονομία κατέρρευσε εκ των πραγμάτων μετά από μια σειρά “πακέτων λιτότητας” τα οποία επιβλήθηκαν από το Βερολίνο και τις Βρυξέλες, και όπου η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 33% σε επίπεδα που είχαν να φανούν από το 1978. Παρόμοιες εξελίξεις, οι οποίες τελικά καταλήγουν σε αποβιομηχάνιση, έχουν δρομολογηθεί στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Η βιομηχανική παραγωγή στην Πορτογαλία μειώθηκε κατά 26,1% σε σχέση με το προ κρίσης ανώτατο. Η Ισπανία παρουσιάζει μια πτώση 28,5%. Αυτές οι χώρες στο νότιο μέρος της ευρωζώνης, όπου η ανεργία στους νέους είναι χωρίς εξαίρεση γύρω στο 50% δεν διέρχονται μέσα από μια “συνήθη” ύφεση. Μεταβάλλονται σε ζώνες οικονομικο-κοινωνικής καταστροφής οι οποίες μπορεί να καταλήξουν σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Η Ιταλία είναι τώρα με βεβαιότητα στο έλεος μιας τάσης αποβιομηχάνισης, επίσης. Νότια των Άλπεων η βιομηχανική παραγωγή τον Απρίλιο βυθίστηκε κατά 11,9% σε σχέση με τον προηγούμενο Απρίλιο, αφήνοντάς την στα επίπεδα του 1990. Οι πολιτικές της λιτότητας οι οποίες επιβλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από το Βερολίνο, κατά συνέπεια επιτάχυναν την κατάρρευση της βιομηχανικής παραγωγής στην νότια περιφέρεια της ευρωζώνης, η οποία κατά την γερμανική θεώρηση της κρίσης, καταλογίζεται τότε κατά των νοτιο-Ευρωπαίων και επαναπροσδιορίζεται ως πολιτιστική ανεπάρκεια.

Αλλά αυτή η οικονομική ψύξη δεν περιορίζεται στην ευρωζώνη. Καταλαμβάνει, μάλλον, ένα αυξανόμενα μεγάλο τμήμα όλης της παγκόσμιας οικονομίας. Ανάμεσα σ’ αυτούς που επηρεάζονται είναι αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα, η Βραζιλία και η Ινδία οι οποίες κάποτε χαιρετίστηκαν σαν οι νέες οικονομικές μηχανές της παγκόσμιας οικονομίας. Στις ΗΠΑ επίσης όπου εφαρμόστηκαν μαζικά πακέτα στήριξης προ των επερχόμενων προεδρικών εκλογών, η (χρεο-χρηματοδοτική) οικονομική ανάκαμψη ακινητοποιήθηκε. Αυτό το άθλιο παγκόσμιο πλαίσιο κάνει την κατάσταση μέσα στην ευρωζώνη τόσο πολύ ελάχιστα σταθερή. Εν τω μεταξύ, ήπια σοκ (όπως αυτό των Ελληνικών εκλογών) είναι αρκετά για να αποσταθεροποιήσουν το σύστημα πλήρως και να οδηγήσουν σε κατάρρευση. Παράλληλα με τις ταχέως αυξανόμενες διαφορές επιτοκίων εντός της ευρωζώνης, ένα ενδεικτικό σημάδι είναι οι μαζικές αναλήψεις ταμειακών αποθεμάτων, οι οποίες έφτασαν μια ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα στην Ελλάδα, αλλά αυξάνονται και σε άλλες νότιες χώρες, επίσης.

Τα χρεο-χρηματοδοτικά πακέτα στήριξης είναι ένα πυροτέχνημα το οποίο μπορεί να διατηρήσει το σύστημα σε λειτουργία μόνο βραχυπρόθεσμα

Είναι προφανές ότι η Γερμανική πολιτική λιτότητας οδήγησε την ευρωζώνη σε μια καταστροφή η οποία θα έχει, για να το πούμε ευγενικά, καταστροφικές οικονομικο-κοινωνικές συνέπειες αν φρέσκο χρήμα δεν τυπωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ωστόσο, η Γερμανική κυβέρνηση εμμένει στο μονοπάτι της κρίσης που επέλεξε, και τα ευρω-ομόλογα και τα άλλα σχέδια στήριξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο απορρίπτονται δημόσια στη Γερμανία, επίσης. Η Merkel διακήρυξε τελικά την απόρριψη κάθε κοινωνικοποίησης του χρέους στις 12 Ιουνίου στο οικονομικό συμβούλιο του δικού της κυβερνόντος χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Σύμφωνα με την καγκελάριο τα ευρω-ομόλογα θα ήταν “το απόλυτα λανθασμένο μονοπάτι”. Η Deutsche Bundesbank, η γερμανική κεντρική τράπεζα, παρομοίως, πρόσφατα επιβεβαίωσε την απόρριψη πρόσθετων χρεο-χρηματοδοτικών πακέτων στήριξης αποκαλώντας τα “πυροτεχνήματα”. Ο πρόεδρος της Bundesbank Jens Weidemann είπε κυριολεκτικά στην γαλλική εφημερίδα Le Monde “δεν πιστεύω ότι μπορείτε να επιλύσετε με επιτυχία την κρίση χρέους συσσωρεύοντας περισσότερο χρέος”.

Σ’ αυτά τα πλαίσια, οι Γερμανοί σκληροπυρηνικοί υποστηρίζονται από το πιο πρόσφατο ιστορικό της κρίσης. Τα πακέτα στήριξης που ξεκίνησαν το 2009 για να προλάβουν μια οικονομική κατάρρευση μετά την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφτασαν τα 3 δις δολλάρια. Προφανώς, αυτές οι γιγάντιες δαπάνες σχεδόν του 5% της παγκόσμιας οικονομίας τότε ήταν μόνο αρκετά για να κρατήσουν την παγκόσμια οικονομία ζωντανή μόνο για τρία χρόνια πριν αρχίσει να βυθίζεται ξανά. Αυτό επίσης κάνει ξεκάθαρο ότι τα πακέτα στήριξης είναι αποτελεσματικά για βραχείες περιόδους και τελικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα χρεο-χρηματοδοτικά οικονομικά πυροτεχνήματα του Weidemann.

Στην πραγματικότητα, και οι δύο πλευρές είναι σωστές, εν μέρει, σε γενικές γραμμές στις αντιπαραθέσεις για το μέλλον της πολιτικής της κρίσης. Αποδεδειγμένα, τα χρεο-χρηματοδοτικά προγράμματα στήριξης διατηρούν το σύστημα σε λειτουργία μόνο βραχυπρόθεσμα, σαν πυροτέχνημα – και είναι επίσης σωστό ότι τα προγράμματα λιτότητας οδηγούν τις χώρες που επηρεάζονται από αυτά σε οικονομικο-κοινωνική κατάρρευση. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξάγει κανείς από αυτά τα γεγονότα και την αντίστοιχη αντιπαράθεση είναι η αντίληψη ότι προφανώς ο καπιταλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει πια χωρίς μόνιμη παραγωγή χρέους. Οι δύο πλευρές της αντιπαράθεσης -οι Γερμανοί φανατικοί της λιτότητας και οι Αγγλο-Σάξωνες Κεϋνσιανοί- απλά δεν μπορούν να φτάσουν σ’ αυτό το συμπέρασμα επειδή θεωρούν την τρέχουσα κοινωνική τάξη σαν ένα αδιαμφισβήτητο νόμο της φύσης.

Τελικά, αυτή η πραγματική σ’ όλο το εύρος του συστήματος επιταγή του χρέους δείχνει μόνο ότι ο καπιταλισμός έφτασε στον ανώτατο βαθμό ικανότητας ανάπτυξης σαν κοινωνικό σύστημα και καταστρέφεται από ένα εσωτερικό όριο: ο καπιταλισμός πνίγεται από την παραγωγικότητά του – από τις πανίσχυρες παραγωγικές δυνάμεις οι οποίες καθιστούν ολοένα και περισσότερη εργασία “περιττή” και οδηγούν σε κύματα αποβιομηχάνισης και τεράστια ποσοστά ανεργίας όπως συμβαίνει στο νότιο τμήμα της ευρωζώνης. Ο καπιταλισμός έγινε υπερβολικά παραγωγικός για τις δυνατότητές του -και καταστρέφεται από το δυναμικό υλικό του πλούτο ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατηθεί πλέον μέσα στο στενό κορσέ της εμπορευματικής μορφής. “Εμείς” δεν ζήσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας, όπως διατυμπανίζει μόνιμα ο νεοφιλελευθερισμός. Αντίθετα η κοινωνία είναι πολύ πλούσια για τις δυνατότητες του καπιταλισμού. Η Γερμανία επηρεάζεται κι αυτή από την κρίση, αλλά θα διαπεράσει αυτή τη χώρα μόνο όταν το Γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα καταρρεύσει εντελώς. Η τρέχουσα κρίση συνεπώς δεν μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης. Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ οι οποίες έχουν κοινωνικοποιηθεί και κυριαρχούν σ’ αυτό το σύστημα επιχειρηματολογούν πάνω σε παρωχημένες στρατηγικές της κρίσης οι οποίες ξεθάφτηκαν από περασμένους αιώνες και οι οποίες είναι απολύτως ανίκανες να αποτρέψουν την κατάρρευση η οποία τώρα γίνεται πασιφανής.

Παρωχημένες στρατηγικές της κρίσης

Μέσα στα πλαίσια του υφιστάμενου κοινωνικού αστερισμού, η κρίση μπορεί μόνο να καθυστερήσει, με παραχωρήσεις από το Βερολίνο και νέα πακέτα στήριξης που περιλαμβάνουν ευρω-ομόλογα. Η δυναμική του χρέους μπορεί να υποστηριχτεί ακόμα για λίγο -ίσως ακόμα και κάνα-δυο χρόνια- διατηρώντας το σύστημα σε λειτουργία εν είδει μπαλώματος. Στο βαθμό που οι πιθανότητες αποφυγής άμεσων απειλητικών ρήξεων είναι πολύ μικρές, η πολιτική ελίτ της Γερμανίας πρέπει να αλλάξει επειγόντως εκ βάθρων την προοπτική της και μετά να την πουλήσει στο γερμανικό κοινό, το οποίο με τη σειρά του είναι εγκλωβισμένο στο Wolkenkuckucksheim από τα ΜΜΕ τα οποία κατηγορούν “τις τεμπέλικες νότιες χώρες” για την κρίση. Ο αρθρογράφος του Spiegel Online Wolfgang Münchau ψαλίδισε αυτή την ανεμπόδιστη παραγωγή ιδεολογίας στην Γερμανία, η οποία τώρα στρέφεται ενάντια στους δημιουργούς της στην πολιτική και τα στα μήντια, με την ακόλουθη διπλωματική φράση: “Η αφήγηση της κρίσης έχει ξεφύγει εκτός ελέγχου και οι πολιτικοί δεν ξέρουν πως να την επαναφέρουν”.

Τουλάχιστον τα πρώτα σήματα καπνού από τη Γερμανία δείχνουν ότι η γερμανική κυβέρνηση αρχίζει να αντιλαμβάνεται σιγά σιγά τι πρόκειται να προκαλέσει. Η εφημερίδα Wall Street ανέφερε πρόσφατα ότι το Βερολίνο στέλνει “ισχυρά σήματα” ότι είναι διατεθημένο “να εγκαταλείψει τις ενστάσεις του για τα ευρω-ομόλογα” αν οι άλλες χώρες είναι διατεθημένες “να δώσουν περισσότερες εξουσίες στην Ευρώπη”. Παράλληλα με την εποπτεία του δανεισμού και τα ευρω-ομόλογα, η WSJ λέει ότι η κοινή οικονομική εποπτεία της αγοράς και η ασφάλεια των καταθέσεων, ο αυστηρός συντονισμός της εθνικής φορολογικής πολιτικής, και “ενίσχυση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας” είναι επίσης υπό συζήτηση. Και έτσι η ευρωπαϊκή πολιτική της κρίσης έχει για άλλη μια φορά εκφυλιστεί σε μια πάλη για την εξουσία κατά την οποία αποκλίνοντα εθνικά συμφέρονται έρχονται σε αντίθεση. Τίθεται μόνο το ερώτημα αν αυτή η αργοπορημένη διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από μια επείγουσα ρήξη μέσα στη δυναμική της κρίσης.

Χωρίς μια γρήγορη αλλαγή πορείας στο Βερολίνο, ωστόσο, η Γερμανική τρέλλα της λιτότητας θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια ταχεία κατάρρευση, την οποία και οι σκληρότερες κριτικές του καπιταλισμού δεν θα ήλπιζαν στα πλαίσια της κυρίαρχης ιδεολογικής τύφλωσης. Υπάρχει μια κυριολεκτικά δολοφονική διαφορά ανάμεσα σε μια χαοτική κατάρρευση και ένα απελευθερωτικό ξεπέρασμα της παρούσας κοινωνικής τάξης, όπως δείχνουν άλλωστε και οι πιο πρόσφατες εξελίξεις στον Αραβικό κόσμο. Στην πραγματικότητα το ξεπέρασμα της μόνιμης καπιταλιστικής κρίσης είναι εφικτό μόνο πέρα από τον καπιταλισμό. Αλλά αυτό είναι κάτι που ούτε η κα Merkel ούτε ο κος Weidemann μπορούν να κάνουν για μας.

Το επόμενο άρθρο θα διερευνήσει ποιος – ή τι – είναι υπεύθυνος για την παρούσα κρίση.

Die Kommentarfunktion zu diesem Beitrag wurde deaktiviert.